Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα crime. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα crime. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

[TV] Bron/Broen [The Bridge] (2011)

>> Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Επεισόδια: 10
Είδος: Crime-drama

Το premise του Broen είναι απλούστατο: πτώμα βρίσκεται σε γέφυρα πάνω ακριβώς στη γραμμή που διαχωρίζει Δανία και Σουηδία, ντετέκτιβ και απ' τις δύο πλευρές συνεργάζονται για να λύσουν το έγκλημα και να αντιμετωπίσουν ό,τι ακόμα προκύπτει στη συνέχεια. Κύριο selling point του είναι ότι είναι σκανδιναβικό crime-drama. Η Βόρεια Ευρώπη έχει αποδείξει πολλές φορές ότι απλά ξέρει να δουλεύει σωστά το είδος, βοηθούμενη από την γκρίζα και παγωμένη ατμόσφαιρα της για να χτίσει απαράμιλλη noir αισθητική. Το Broen πετυχαίνει τα περισσότερα απ' ό,τι περιμένει κανείς να πετύχει το είδος, και ακόμα κι αν δυσκολεύεται σε σημεία, έχει αρκετά φρέσκια οπτική γωνία ώστε να μην το απορρίπτεις σαν "μια απ' τα ίδια".


Ο δολοφόνος μοιάζει λίγο με τον χαρακτήρα του Kevin Spacey απ' το Se7en: κάνει τα πάντα με απώτερο στόχο την αφύπνιση του κοινού για μια σειρά από κοινωνικά ζητήματα που θεωρεί σημαντικά. Ξεσκεπάζει "αλήθειες" που έχουν κρυφτεί απ' το status quo, δεχόμενος ακόμα και το ενδεχόμενο αυτό να του κοστίσει την ελευθερία του, εξ' ου και η επωνυμία "truth terrorist" που του αποδίδεται σχεδόν αμέσως. Αυτό επιτρέπει στη σειρά να ανοίξει συζήτηση για ουκ ολίγα ηθικά ζητήματα, με κυριότερο για μένα το δίλημμα του αν μπορείς να συγχωρέσεις ένα έγκλημα "μικρότερου βάρους" όταν γίνεται για να αποτρέψει ένα χειρότερο. Το επεισόδιο με τα παιδιά -αλλά όχι μόνο αυτό- δείχνει εκπληκτικά την επίδραση της ουσιαστικής τρομοκρατίας στην κοινωνία, που είναι να βγάζει στην επιφάνεια κομμάτια της προσωπικότητάς σου (συνήθως αρνητικά) που είτε δεν ήξερες ότι υπήρχαν, είτε νόμιζες ότι έχεις καταστείλει αρκετά. Πέρα απ' αυτό, αγγίζει και θέματα όπως την (αν)ισότητα των πολιτών υπό το νόμο, την ευθύνη του δημοσιογράφου για τις συνέπειες των επιλογών του, την υποκρισία του να διαλέγεις ποια ζωή είναι σημαντικότερη κτλ.


Δεδομένων των παραπάνω, καταλαβαίνεις γρήγορα ότι το Broen βάζει το ίδιο το μυστήριο σε δεύτερη μοίρα, και αφοσιώνεται λιγότερο στο κυνήγι του δολοφόνου, και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει τους εμπλεκόμενους. Στο κέντρο όπως είναι αναμενόμενο, μπαίνουν οι ίδιοι οι ντετέκτιβ που ερευνούν την υπόθεση, η Saga απ' τη Σουηδία και ο Martin από τη Δανία. Είναι συνηθισμένη πρακτική στο είδος να είναι το αστυνομικό μυστήριο μια αναλογία με την προσπάθεια του πρωταγωνιστή να ισορροπήσει την οικογενειακή του ζωή, και μπορεί το Broen να ακολουθεί τον ίδιο βασικό δρόμο, αλλά έχει ενδιαφέρουσες διαφοροποιήσεις. Ο Martin είναι μεν ένας τραγικός ήρωας, που έχει κατακερματίσει την οικογένειά του με τις συνεχείς απιστίες και πασχίζει να εξιλεωθεί από τις αμαρτίες του παρελθόντος, αλλά ουσιαστικά χρησιμοποιείται σαν μέσο για να τονιστεί η ιδιαιτερότητα της Saga. Η Σουηδή είναι μοναχικός χαρακτήρας, με ακριβώς όσα στοιχεία από Asperger syndrome χρειάζονται ώστε να είναι εντελώς αντικοινωνική, να έχει ψύχωση με τους κανόνες και να λέει πάντα αυτό που βλέπει, χωρίς φίλτρα ή συναίσθηση κοινωνικών συμβάσεων. Εύκολα ένας τέτοιος χαρακτήρας θα μπορούσε να είναι καρικατούρα (εσένα κοιτάω Sheldon Cooper), όμως η Saga είναι γραμμένη και ερμηνευμένη έτσι ώστε να πείθει αμέσως τον θεατή ότι είναι άνθρωπος που αξίζει στήριξης, άνθρωπος που αφενός καταλαβαίνεις με ποιον τρόπο το "πρόβλημά" του τον κάνει τόσο καλό στη δουλειά του, και αφετέρου πανηγυρίζεις καθώς βλέπεις να μεταμορφώνεται σταδιακά μπροστά στα μάτια σου. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη ομορφιά της σειράς, η δυναμική του πρωταγωνιστικού διδύμου είναι στημένη καταπληκτικά, και η ανάπτυξη και των δύο χαρακτήρων μέσα από την αλληλεπίδρασή τους, γίνεται εντελώς αρμονικά.


Αν είχα κάποιο πρόβλημα με τη σειρά, είναι η άγαρμπη σύνδεση των β' ιστοριών, που εισάγονται ξεκάρφωτα στα πρώτα επεισόδια, και προτού "πετάξουν" τους χαρακτήρες τους στο βασικό story, προχωράνε παράλληλα σ' αυτό χωρίς να υπάρχει επαρκής θεματική σύνδεση που θα δικαιολογούσε την πολλές φορές βίαιη μετακίνηση της δράσης. Επίσης, συμφωνώ με τους επικριτές που τονίζουν ότι το Broen δεν κάνει καμία ιδιαίτερη χρήση του concept της σύγκρουσης δύο διαφορετικών κόσμων για την επίλυση ενός κοινού προβλήματος. Κακά τα ψέματα, Δανία και Σουηδία δεν έχουν καμιά φοβερή διαφορά κουλτούρας ή φιλοσοφίας, ή αν έχουν, δεν γίνεται καμία προσπάθεια να παρουσιαστεί εδώ ως θέμα τριβής. Η ιστορία θα δούλευε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αν οι πρωταγωνιστές ήταν απλά δύο αστυνομικοί από διαφορετικές γειτονιές που υποχρεώθηκαν να συνεργαστούν.

***SPOILERS***

Read more...

Drive (2011)

>> Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Nicolas Winding Refn
Σενάριο: Hossein Amini (βασισμένο στο βιβλίο του James Sallis)
Παίζουν: Ryan Gosling, Carey Mulligan, Bryan Cranston, Albert Brooks, Oscar Isaac, Ron Perlman

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Δράμα, θρίλερ, λίγο από ιστορία εκδίκησης και λίγο από ρομάντζο



Μετά κι από τις δύο φορές που το είδα, το Drive μου καρφώθηκε στο κεφάλι σαν “αδελφάκι” των History of Violence και Lost in Translation. Εξηγώ. Το Drive είναι ξεκάθαρα ένα mood piece, που βάζει -όπως και τα άλλα δύο- το στυλ πάνω απ' την ουσία, για να πετύχει έναν στόχο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο στόχος φαίνεται να είναι ένα throwback στα 80s, στον Michael Mann και στον νεαρό Marty Scorsese. Φαίνεται απ' το soundtrack, απ' τους χαρακτήρες, απ' τον τρόπο που μεταχειρίζεται τη βία, απ' τους ρυθμούς του, απ' τα νυχτερινά του πλάνα. Οπτικά ο Refn ξεπερνάει τον εαυτό του, με υπέροχη σκηνοθεσία, ξεχωριστή αλλά όχι υπερβολικά φαντεζί. Τα μακροσκελή σιωπηλά πλάνα μεταξύ των ηρώων του ενόχλησαν πολύ κόσμο. Μερικές φορές είναι όντως υπερβολικά, αλλά στις περισσότερες των περιπτώσεων συμβολίζουν με επιτυχία ένα πολύ απλό πράγμα: πόσα περισσότερα μπορείς να πεις απλά με ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο ή ένα άγγιγμα. Στο ρομαντικό κομμάτι πετυχαίνει έτσι διάνα. Στο κομμάτι revenge-drama, επίσης, έχει να παρουσιάσει φοβερά καλογυρισμένες σκηνές δράσης και αποφεύγει να κάνει τη βία του καρτουνίστικη.


Το πρόβλημα που έχω εγώ όμως δεν έχει να κάνει τόσο με τους ρυθμούς του, αλλά με το σενάριο. Καμία στιγμή δεν ένιωσα ότι συνδέομαι με τους χαρακτήρες, γιατί το μόνο που ήξερα γι' αυτούς ήταν ένα ελαφρύ περίγραμμα των κινήτρων τους, τα οποία και δεν παρουσίαζαν καμία ιδιαίτερη πρωτοτυπία. Ο Ryan Gosling επίσης με προβλημάτισε. Καταλαβαίνω ότι ήταν σκηνοθετική επιλογή η σιωπή του στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, αλλά νιώθω πως κατέληξε σε gimmick και ενώ τα βλέμματά του ήταν πολύ εκφραστικά, τελικά η ερμηνεία του ήταν για μένα εντελώς υποτονική. Παρ' όλα αυτά, είναι το μόνο απ' τα -ομολογουμένως πολλά- εξεζητημένα σημεία της σκηνοθεσίας που μπορώ να πω ότι με πείραξε. Κατά τα άλλα, λάτρεψα τα πλάνα του Drive, το υπέροχο δέσιμο της εικόνας με την μουσική και την σοβαρότητά του. Μπορεί τελικά να μην συμμερίζομαι τη γνώμη αυτών που παρουσιάζουν σαν την Δευτέρα Παρουσία του σινεμά, αλλά καταλαβαίνω γιατί το αγάπησαν και εκτιμώ την τεχνική του αρτιότητα και τις αναφορές του σε μια άλλη κινηματογραφική εποχή, που έχει δώσει τη θέση της σε CGI-heavy ομοιόμορφες και τυπικές υπερπαραγωγές.


Read more...

The Favorites: Se7en (1995)

>> Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011


Το Se7en θα το θυμάμαι πάντα ως την ταινία που με έβαλε στο τρυπάκι να αρχίσω να βλέπω “σοβαρές” ταινίες. Την πρώτη φορά με συγκλόνισε. Αρκετά χρόνια μετά, συνεχίζω να το λατρεύω για το κάθε του δευτερόλεπτο.


Όταν έπιασε το Se7en ο David Fincher, είχε ως μόνη κινηματογραφική εμπειρία το 3ο Alien, στο οποίο εν τέλει -αν πιστέψεις τον ίδιο και στενούς συνεργάτες- δεν εργάστηκε όπως θα ήθελε (ελέω κουστουμιών) και απέτυχε. Κι όμως, αν και τυπικά δεν είναι τίποτα περισσότερο από απλά επιτυχημένος βιντεοκλιπάς, ξεκινάει εδώ με μια αυτοπεποίθηση που αγγίζει τα όρια της αλαζονείας. Οι εντυπωσιακοί τίτλοι αρχής της ταινίας παρακολουθούν τον villain που δεν έχει ακόμα συστηθεί στο κοινό, και σε πετάνε αυτόματα σε μια ατμόσφαιρα έντασης και καταστροφής. Οι ήρωες, δύο ντετέκτιβς που μοιάζουν στην φιλοσοφία και την εργασιομανία, αλλά διαφέρουν τόσο πολύ στο χαρακτήρα και στην προσέγγιση απέναντι στο έγκλημα. Ο “παλιός” είναι έμπειρος, αλλά κουρασμένος και απογοητευμένος. Η πόλη όπου έζησε τις περισσότερες δεκαετίες του, και η ευκολία με την οποία οι κάτοικοί της έμαθαν να αντιμετωπίζουν το έγκλημα με απάθεια, τον έχουν αφήσει με μια πικρία. Νιώθει πως η ίδια απάθεια έχει περάσει πια και σ' αυτόν, και έχοντας συμβιβαστεί με το “so many corpses roll away unrevenged”, επιθυμεί πια να τελειώσει. Ο “νέος” απ' την άλλη, αδιαφορεί για την έννοια της υπομονής και τρέχει να γίνει ήρωας, βάζοντας το συναίσθημα μπροστά απ' τη λογική.


Κι όμως, εγώ πάντα εντυπωσιάζομαι πιο πολύ τον καλοδουλεμένο villain του Kevin Spacey. Κατ' αρχάς, ξεκάθαρα η ιδέα του serial killer που σκοτώνει όχι απλά για τιμωρία αλλά και για “εκπαίδευση”, έχοντας σαν πάτημα τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα, είναι καταπληκτική. Καλές ιδέες όμως έχουμε δει πολλές και είναι τελικά η εκτέλεση αυτή που μετράει. Εδώ η εκτέλεση ξεπερνάει κάθε προσδοκία, ξεκολλώντας ακριβώς από οτιδήποτε θα μπορούσε να περιμένει ο θεατής. Η ταινία χωρίζεται σε μέρες-κεφάλαια, κι ενώ πιστεύεις ότι έχεις πιάσει το μοτίβο του ενός φόνου κάθε μέρα, το Se7en ολοκληρώνεται σε μια βδομάδα, έχοντας αλλάξει μοτίβο 3-4 φορές. Τα εγκλήματα είναι στημένα με μαεστρία, και ο δολοφόνος του Kevin Spacey δεν είναι άλλος ένας μανιακός με μια έμμονη ιδέα. Είναι διαβασμένος, εύστροφος και ξέρει ότι θα κερδίσει όταν στηρίξει το σχέδιό του στα συναισθήματα του αντιπάλου του.


Το Se7en απογειώνει το είδος του crime-mystery, αλλά είναι εγκληματικά υποτιμητικό να το θεωρείς απλά ένα “αστυνομικό θρίλερ”. Ο Fincher έχει στήσει την ιστορία του με φόντο μια απαθή κοινωνία, με ηθική κατάπτωση και συναίνεση πρακτικά στο έγκλημα. Δεν κάνει όμως ήρωα (όπως το Dexter) τον δολοφόνο που νιώθει πως επιτελεί θείο έργο, και αποφεύγει όμορφα την παγίδα του διδακτικού χαρακτήρα. Βασικά δεν έχει καν ήρωα. Έχει απλά έναν κεντρικό χαρακτήρα -ξεκάθαρα πρωταγωνιστής για μένα ο Morgan Freeman- που ζει μια εσωτερική διάλυση, αλλά βλέπει στιγμιαία το ένστικτο του μέντορα να ξυπνάει, όταν βρίσκεται συνεργάτης με έναν φουριόζο νεαρό, κι ας αποτυγχάνει στο τέλος να τον συγκρατήσει. Και γι' αυτό είναι κατά τη γνώμη μου αυτός πιο τραγικός ήρωας κι απ' τον David του Brad Pitt, γιατί ενώ δεν έχει τις σοβαρές υλικές και ψυχολογικές απώλειες του τελευταίου, ξεμένει τελικά στη μοναξιά του, ανήμπορος ακόμα και να καταθέσει τα όπλα. Πίσω απ' την κάμερα, ο Fincher επιμένει στο γκρίζο χρώμα και τη μουντάδα, και παρουσιάζει για πρώτη φορά εδώ την ψυχρότητα που έχει τονίσει ιδιαίτερα στα τελευταία του έργα. Συνδυάζει υπέροχα την εξαιρετική μουσική και την πανέμορφη φωτογραφία, και χτίζει επιβλητική ατμόσφαιρα, με γρήγορους ρυθμούς όταν τους χρειάζεται και πάντα μια αίσθηση απειλής και μυστηρίου. Η κλιμάκωση είναι έντονη και το φινάλε όσες φορές κι αν το δεις, ανατριχιαστικό. Και τελικά, όσο χιλιοπαιγμένη ταινία κι αν είναι το Se7en, πάντα σε βάζει σε σκέψεις, και πάντα σου μαυρίζει την ψυχή. Και ζητάς κι άλλο.


(*) Δεν υπάρχει πάντα όρεξη να δεις κάτι καινούριο. Μερικές φορές λοιπόν κι εγώ αρχίζω να ξεσκονίζω τα dvd της βιβλιοθήκης ή τα βάθη του σκληρού δίσκου, για κάτι που εγγυημένα με “πιάνει”. Όχι όσο συχνά όσο θα ήθελα, αλλά μερικές μέρες (νύχτες), δεν έχω καλύτερο απ' το να αφήνομαι στην παρήγορη συντροφιά μια αγαπημένης ταινίας. Στην παρούσα “στήλη” θα επιχειρήσω να γράφω για τέτοιες ταινίες, που έχουν αντέξει για μένα το τεστ της πολλαπλής προβολής και που δεν θα σταματήσω ποτέ να λατρεύω ξανά και ξανά.

Read more...

Double Feature #2: A History of Violence (2005) & Eastern Promises (2007)

>> Κυριακή 21 Αυγούστου 2011



David Cronenberg πίσω απ' την κάμερα και Viggo Mortensen μπροστά απ' την κάμερα, και οι δύο σε μεγάλα κέφια. Περίπου 1,5 ώρα κάθε ταινία, και δένουν αρκετά ώστε να προσφέρονται για ωραιότατο double feature.

A History of Violence (2005)

Οικογενειάρχης λαμβάνει status ήρωα σε μικρή πόλη όταν εξολοθρεύει εγκληματίες που εισβάλλουν στο μαγαζί του. Η επίθεση όμως αυτή θα ταράξει τη ζωή του, ξεκινώντας απ' την πνευματική του ισορροπία και φτάνοντας μέχρι και τον τρόπο με τον οποίο τον βλέπει η οικογένειά του. Ίσως το History of Violence έχει απ' τους πιο περιεκτικούς τίτλους που έχω δει ποτέ, και ταυτόχρονα απ' τους πιο ειλικρινείς. Ξεκάθαρα κι απ' την πρώτη μόλις σκηνή, η ταινία ασχολείται με το φαινόμενο της βίας, όπως αυτή εκφράζεται σε διαφορετικά περιβάλλοντα και από διαφορετικά αίτια, αλλά και όπως την αντιμετωπίζουν ή επηρεάζονται απ' αυτήν, διαφορετικοί χαρακτήρες. Όσο ασχολείται αποκλειστικά μ' αυτό το θέμα, το κάνει εξαιρετικά, με πολύ ενδιαφέρουσα την αλλαγή της δυναμικής της οικογένειας του ήρωα, και βολικές ευκαιρίες για σκάλισμα στο παρελθόν του. Αν με έχασε με κάποιο τρόπο, ήταν όταν συμβιβάστηκε ο χαρακτήρας του -εξαιρετικού ερμηνευτικά- Viggo Mortensen μ' αυτό του το παρελθόν και πήρε πια εντελώς άλλη action-heavy τροπή. Ακόμα κι έτσι όμως, δόθηκε ευκαιρία να απολαύσουμε παραπάνω απ' την εντυπωσιακή σκηνοθεσία του David Cronenberg, ο οποίος διαλέγει σταθερά και βαθιά πλάνα, χωρίς έντονο μοντάζ ή απότομες κινήσεις της κάμερας, και παραδίδει πεντακάθαρη old-school δράση, ντυμένη απ' την ατμοσφαιρική μουσική του Howard Shore. Σίγουρα όχι αψεγάδιαστο, αλλά πανέμορφο οπτικά και με έξοχο ρυθμό, το History of Violence δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό το hype που το περιτριγυρίζει. 3,5/5


Eastern Promises (2007)

Νεαρά Ρωσίδα πεθαίνει στο Λονδίνο, καθώς φέρνει στον κόσμο το μωρό της. Το ημερολόγιό της πέφτει στα χέρια μιας νοσοκόμας, η οποία βάζοντας στόχο να βρει την οικογένειά της, μπλέκει με την ρώσικη μαφία, και τον οδηγό του “νονού”. Στιβαρό crime-drama, που μπορεί να μην εξετάζει τη μαφία στο βάθος που φτάνουν άλλες κλασικές γκανγκστερικές ταινίες, αλλά δεν το επιδιώκει κιόλας, δίνοντας βάση στους χαρακτήρες της Naomi Watts και του Viggo Mortensen, και χτίζοντας πάνω τους το δράμα. Μέσω αφήγησης απ' το ημερολόγιο ξετυλίγεται παράλληλα και η ιστορία της νεκρής κοπέλας, που δένει όμορφα με τα γεγονότα του παρόντος και δίνει μια ματιά στη ζωή των κοριτσιών που καταλήγουν στην αγκαλιά της μαφίας. Χωρίς φανφάρες ή υπερβολική δράση, ο Cronenberg στήνει καταπληκτική ατμόσφαιρα, με σεβασμό στην ρώσικη κουλτούρα αλλά και αποφεύγοντας να πέσει στην παγίδα της “αποθέωσης” της ζωής των παρανόμων. Ήρεμη, με τα κλασικά καθαρά κάδρα που λατρεύει ο Cronenberg (και εγώ :P), αλλά ταυτόχρονα όσο δυνατή και ώριμη χρειάζεται, μέσω ερμηνειών και διαλόγων. Εξαιρετικός ο Viggo Mortensen, πανέμορφη η μουσική του Howard Shore και εντυπωσιακή η φωτογραφία. Όποιος ψάχνει δράση θα απογοητευτεί, αλλά όποιος ψάχνει δράμα και ατμόσφαιρα, νομίζω θα γοητευτεί όσο κι εγώ. 4/5


Read more...

Watching Sidney Lumet – Part 1

>> Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011




Έχοντας δει -και λατρέψει- μόνο τα “βασικά” απ' τον μεγάλο αυτό σκηνοθέτη (12 Angry Men, Network, Dog Day Afternoon, Murder on the Orient Express κτλ), αποφάσισα φέτος να μπω λίγο πιο βαθιά στη φιλμογραφία του. Τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της εμπειρίας υπάρχουν παρακάτω, με σκέψεις για πέντε ταινίες του Lumet, και προοπτική για συνέχεια του “project” στο μέλλον.




The Anderson Tapes (1971)

Ο Duke Anderson βγαίνει μετά από 10 χρόνια απ' τη φυλακή, και αποφασίζει να ληστέψει μια πολυκατοικία. Βρίσκεται όμως υπό παρακολούθηση και η παραμικρή του κίνηση καταγράφεται σε ταινίες. Κρατάω ειδική θέση στην καρδιά μου για καλοφτιαγμένα heist/caper movies. Ο Sidney Lumet δεν απογοητεύει, και βάζει ακόμα μια ταινία στις λίστα με τις αγαπημένες μου ταινίες του είδους. Καλοστημένο το έγκλημα, με ελαφρύ χαρακτήρα αλλά καλογραμμένους διαλόγους. Έξυπνη η χρήση των flash-forwards, με τη δράση να διακόπτεται για να δούμε τα θύματα να περιγράφουν την εμπειρία τους στα αντίστοιχα σημεία της ληστείας. Ωραία καινοτομία επίσης και η παρακολούθηση, κι ας είναι ο ήχος σε μερικά σημεία περισσότερο cheesy από sci-fi των 40s, αλλά ίσως για κάποιους λίγο unrewarding η αποκάλυψη για το ποιος κρύβεται πίσω της. Εύκολα παρατηρείς σκηνοθετικές τεχνικές που τελειοποίησε αργότερα ο Lumet στο Dog Day Afternoon, το οποίο (όπως και τις υπόλοιπες “σοβαρές” ταινίες του σκηνοθέτη) το Anderson Tapes μπορεί να μην φτάνει σε ποιότητα, αλλά είναι αρκετά έξυπνο για να ικανοποιήσει τους λάτρεις του είδους και αρκετά ελαφρύ και διασκεδαστικό για να κρατήσει και τους υπόλοιπους. Αξίζει μια θέαση ακόμα και μόνο για την cultίλα της κατάξανθης χαίτης του νεαρού τότε Christopher Walken ή τον εξαιρετικό Sean Connery που κουβαλάει ακόμα λίγο απ' τον αέρα του James Bond. 3,5/5


Fail-Safe (1964)

Ένα τεχνικό σφάλμα κατά τη διάρκεια τυπικών κινήσεων των αεροπλάνων της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας, θα στείλει μια ομάδα βομβαρδιστικών με στόχο τη ρίψη πυρηνικών στη Μόσχα. Όταν η ανάκλησή τους κριθεί αδύνατη, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ επιχειρεί να πείσει τον Ρώσο ομόλογό του να μην ανταποδώσει την επίθεση. Στιβαρό πολιτικό θρίλερ με φόντο τον Ψυχρό Πόλεμο, που θυμίζει αρκετά σε concept τον Dr Strangelove του Kubrick, χωρίς φυσικά την σατιρική διάθεση και τον κωμικό χαρακτήρα. Κι όμως, οι δύο ταινίες (που μοιράζονται και την ίδια χρονολογία κυκλοφορίας!) είναι εξίσου αριστουργηματικές. Κοιτώντας την σοβαρή πλευρά μια τέτοιας ενδεχόμενης “πυρηνικής κρίσης”, ο Sidney Lumet φτιάχνει μια εξαιρετική ταινία που διαδραματίζεται πρακτικά μόλις σε τρία δωμάτια, καταφέρνοντας όμως ακόμα κι έτσι, να μεταφέρει στον θεατή το μέγεθος της κλίμακας του επεισοδίου. Η ιστορία που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, είναι κυριολεκτικά ένα nail-biting thriller, με άφθονο σασπένς, και όσο ένταση μπορούμε να φανταστούμε πως θα υπήρχε και στην πραγματικότητα κατά την διάρκεια ενός τόσο ισχυρού διπλωματικού επεισοδίου. Ταυτόχρονα όμως, το Fail-Safe δεν χάνει την ευκαιρία να μελετήσει την ψυχολογία των ανθρώπων που εμπλέκονται σε μια τέτοια κατάσταση, με κάποιους να προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν για να περάσουν την προσωπική τους ατζέντα, άλλους να καταρρέουν απ' την πίεση, άλλους να μένουν ψύχραιμοι και να ψάχνουν την ιδανική λύση και άλλους να βλέπουν πέρα από εθνικότητες και να προβάλλουν τους κοινούς παρονομαστές με τον “εχθρό”. Εντυπωσιακό το πεντάλεπτο μονόπλανο με τον Πρόεδρο και τον διερμηνέα, ακόμα εντυπωσιακότερο το φινάλε, και μια διάχυτη προσπάθεια για στήριξη ενός γνήσιου αντιπολεμικού μηνύματος, που τονίζει την αξία της ανθρώπινης ζωής, σε όποια πλευρά κι αν βρίσκεται. Έξοχο. 5/5


The Offence (1972)

Σκληροτράχηλος και “παλιός” ντετέκτιβ χάνει την ψυχραιμία του κατά την ανάκριση υπόπτου για αποπλάνηση ανηλίκων, και τον στέλνει στο νοσοκομείο με σοβαρά τραύματα. Ως μεταφορά θεατρικού έργου, η ταινία περιορίζεται σε λίγα σκηνικά, και αυτό την βοηθάει να ξεφύγει ελαφρά απ' το σωρό των αστυνομικών δραμάτων. Ξεχωρίζει βέβαια επίσης γιατί αδιαφορεί για το “αστυνομικό” κομμάτι, και αναλώνεται κατά κύριο λόγο στο ψυχογράφημα ενός ανθρώπου που αφενός θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο απ' τους εγκληματίες που κυνηγάει και ανακρίνει, αλλά αφετέρου επιχειρεί να δικαιολογήσει τις πράξεις -και τις σκέψεις- του, πρώτα σε ανωτέρους και έπειτα στον εαυτό του. Στο πρώτο 40λεπτο ο Lumet πειραματίζεται και η σκηνοθεσία του είναι ιδιαίτερα φαντεζί, γεμάτη slow-motion, θολούρα και διάσπαρτες εικόνες, κάτι που ενώ στην αρχή κουράζει, δένει τελικά όμορφα με τα κομμάτια που μένουν στην gritty ατμόσφαιρα που μας έχουν συνηθίσει τα 70s, και βοηθούν ίσως να εκτιμήσεις ακόμα περισσότερο τη συνέχεια. Τρία αριστουργηματικά tet-a-tet του Sean Connery, που βρίσκεται σε μια απ' τις καλύτερες ερμηνευτικές στιγμές της καριέρας του, απογειώνουν την ταινία, με ωμούς και ανατριχιαστικά ρεαλιστικούς διαλόγους και εντυπωσιακές supporting ερμηνείες, ειδικά απ' τον Ian Bannen. Ακόμα κι αν φαίνεται δύσκολη ή περίεργη η εισαγωγή του, το Offence είναι λουκούμι για τους fans των dialogue-heavy ταινιών, καθώς και ωραία σπουδή στην θεωρία ότι όλοι κρύβουμε βαθιά μέσα μας ένα τέρας, που ψάχνει ευκαιρίες να βγει στην επιφάνεια. 4/5


The Verdict (1982)

Έγκυος μένει φυτό κατά την εισαγωγή της στο νοσοκομείο, μετά από λάθος των αναισθησιολόγων. Την υπόθεση αναλαμβάνει δικηγόρος με κακό ιστορικό, που θέλοντας να αποδείξει την αξία του και αδιαφορώντας για τους κινδύνους, δεν δέχεται χρηματικό συμβιβασμό, αλλά πηγαίνει στο δικαστήριο. Η ταινία ξεκινάει ως τυπική ιστορία ενός ανθρώπου που αποφασίζει να τα βάλει μόνος του με το σύστημα, το οποίο στην προκείμενη περίπτωση αντιπροσωπεύουν μια ομάδα μεγαλοδικηγόρων, ένας προκατειλημμένος δικαστής και μάρτυρες που σιωπούν. Η δικαστική υπόθεση αυτή καθ' εαυτή φαντάζει υπερβολικά απλή και ίσως αρκετά δύσχρηστη για δίωρη ταινία. Κι όμως, αυτή η μικρή κλίμακα της ιστορίας είναι που εν τέλει επιτρέπει στο Verdict να αφοσιωθεί στους χαρακτήρες του και να μην περιμένει -όπως αρκετές ταινίες του είδους- να σωθεί την τελευταία στιγμή από συγκινήσεις και ανατροπές. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι δεν υπάρχουν και τέτοιες, απλά είναι τόσο όμορφα στημένη η ιστορία και τόσο καλός ο ρυθμός με τον οποίο ξετυλίγεται, που δεν τις αναζητάς για να βρεις ενδιαφέρον. Το σενάριο του David Mamet (τον οποίο προσωπικά εκτιμώ ιδιαίτερα για τις εξαιρετικές μεταφορές του) είναι καταπληκτικό και ο Sidney Lumet εξασφαλίζει με μαεστρία ότι οι ηθοποιοί θα το αποδώσουν όπως του αξίζει. Ιδιαίτερα εγκώμια αξίζει ο Paul Newman, που αποδίδει τον χαρακτήρα του με σωστές δόσεις παρεξηγημένης ιδιοφυΐας και ταλαιπωρημένου μεσήλικα που μάταια ψάχνει συγκίνηση στη ζωή του, άλλοτε ψύχραιμου και άλλοτε θερμόαιμου. Οι νύξεις για την διαφορετική ερμηνεία της έννοιας της δικαιοσύνης απ' τον κάθε άνθρωπο είναι εύστοχες και η ώρα περνάει νεράκι, με το Verdict να είναι εν τέλει απ' τις πιο καλοφτιαγμένες και ενδιαφέρουσες ταινίες που έχει να επιδείξει το είδος. 4,5/5


Deathtrap (1982)

Συγγραφέας θεατρικών θρίλερ μυστηρίου αδυνατεί να πλησιάσει το επίπεδο που είχε τα προηγούμενα χρόνια, με τα τελευταία έργα του να αποτυγχάνουν το ένα μετά το άλλο. Όταν ένας μαθητευόμενος του στέλνει το προσχέδιο ενός πολλά υποσχόμενου θρίλερ, αρχίζει να σκέφτεται μέχρι και το ενδεχόμενο να τον σκοτώσει για να το οικειοποιηθεί και να κάνει ξανά επιτυχία. Άρχισα την ταινία με χαμηλές προσδοκίες, αλλά στο βάθος του μυαλού μου (λόγω και της παρουσίας του Michael Caine σαν πρωταγωνιστή ίσως) είχα ελπίδες για ένα κωμικό crime-mystery που θα έφτανε στο επίπεδο του Sleuth (1972). Μπορεί το Deathtrap να μην έφτασε τελικά τόσο ψηλά, αλλά κατά την ταπεινή μου άποψη, πλησίασε αρκετά. Ως μεταφορά θεατρικού έργου στη μεγάλη οθόνη, η ιστορία διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο σε ένα σπίτι, και ο Lumet για άλλη μια φορά το εκμεταλλεύεται θαυμάσια, αξιοποιώντας τόσο τα πλεονεκτήματα που δίνει μια θεατρική σκηνή, όσο και τα “bonus” που μπορεί να προσφέρει ο κινηματογράφος. Μπορεί όμως η ευρηματική του σκηνοθεσία να προσθέτει αρκετούς πόντους στην ταινία, αλλά η πλοκή είναι εδώ το βασικό αξιοθέατο. Εντυπωσιακό στήσιμο για αρχή και συνεχόμενες ανατροπές, των οποίων την ύπαρξη για να προχωρήσει η ιστορία μπορεί να προβλέψεις, αλλά σίγουρα θα σε αφήσουν σε αρκετές στιγμές με το στόμα ανοιχτό. Ευκολιούλες υπάρχουν (ειδικά προς το τέλος), αλλά τις συγχωρείς εύκολα όταν συνοδεύονται από αριστοτεχνικό σασπένς και ένα κατά τα άλλα πολύ ευχάριστο και πολύπλοκο σενάριο. Εξαιρετικές ερμηνείες απ' το πρωταγωνιστικό δίδυμο, που απογειώνουν τους διαλόγους στις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, και μια υπέροχη meta αίσθηση καθ' όλη τη διάρκεια του έργου, που βάζει τα γυαλιά σε αυτό που πήγε να κάνει ο Wes Craven με τα Scream. Δεν πετυχαίνει παντού διάνα, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του το Deathtrap είναι έξυπνο και πολύ καλοφτιαγμένο. 4/5


To be Continued...

Read more...

  © Blogger templates Inspiration by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP