Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα mystery. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα mystery. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

[TV] Bron/Broen [The Bridge] (2011)

>> Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Επεισόδια: 10
Είδος: Crime-drama

Το premise του Broen είναι απλούστατο: πτώμα βρίσκεται σε γέφυρα πάνω ακριβώς στη γραμμή που διαχωρίζει Δανία και Σουηδία, ντετέκτιβ και απ' τις δύο πλευρές συνεργάζονται για να λύσουν το έγκλημα και να αντιμετωπίσουν ό,τι ακόμα προκύπτει στη συνέχεια. Κύριο selling point του είναι ότι είναι σκανδιναβικό crime-drama. Η Βόρεια Ευρώπη έχει αποδείξει πολλές φορές ότι απλά ξέρει να δουλεύει σωστά το είδος, βοηθούμενη από την γκρίζα και παγωμένη ατμόσφαιρα της για να χτίσει απαράμιλλη noir αισθητική. Το Broen πετυχαίνει τα περισσότερα απ' ό,τι περιμένει κανείς να πετύχει το είδος, και ακόμα κι αν δυσκολεύεται σε σημεία, έχει αρκετά φρέσκια οπτική γωνία ώστε να μην το απορρίπτεις σαν "μια απ' τα ίδια".


Ο δολοφόνος μοιάζει λίγο με τον χαρακτήρα του Kevin Spacey απ' το Se7en: κάνει τα πάντα με απώτερο στόχο την αφύπνιση του κοινού για μια σειρά από κοινωνικά ζητήματα που θεωρεί σημαντικά. Ξεσκεπάζει "αλήθειες" που έχουν κρυφτεί απ' το status quo, δεχόμενος ακόμα και το ενδεχόμενο αυτό να του κοστίσει την ελευθερία του, εξ' ου και η επωνυμία "truth terrorist" που του αποδίδεται σχεδόν αμέσως. Αυτό επιτρέπει στη σειρά να ανοίξει συζήτηση για ουκ ολίγα ηθικά ζητήματα, με κυριότερο για μένα το δίλημμα του αν μπορείς να συγχωρέσεις ένα έγκλημα "μικρότερου βάρους" όταν γίνεται για να αποτρέψει ένα χειρότερο. Το επεισόδιο με τα παιδιά -αλλά όχι μόνο αυτό- δείχνει εκπληκτικά την επίδραση της ουσιαστικής τρομοκρατίας στην κοινωνία, που είναι να βγάζει στην επιφάνεια κομμάτια της προσωπικότητάς σου (συνήθως αρνητικά) που είτε δεν ήξερες ότι υπήρχαν, είτε νόμιζες ότι έχεις καταστείλει αρκετά. Πέρα απ' αυτό, αγγίζει και θέματα όπως την (αν)ισότητα των πολιτών υπό το νόμο, την ευθύνη του δημοσιογράφου για τις συνέπειες των επιλογών του, την υποκρισία του να διαλέγεις ποια ζωή είναι σημαντικότερη κτλ.


Δεδομένων των παραπάνω, καταλαβαίνεις γρήγορα ότι το Broen βάζει το ίδιο το μυστήριο σε δεύτερη μοίρα, και αφοσιώνεται λιγότερο στο κυνήγι του δολοφόνου, και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει τους εμπλεκόμενους. Στο κέντρο όπως είναι αναμενόμενο, μπαίνουν οι ίδιοι οι ντετέκτιβ που ερευνούν την υπόθεση, η Saga απ' τη Σουηδία και ο Martin από τη Δανία. Είναι συνηθισμένη πρακτική στο είδος να είναι το αστυνομικό μυστήριο μια αναλογία με την προσπάθεια του πρωταγωνιστή να ισορροπήσει την οικογενειακή του ζωή, και μπορεί το Broen να ακολουθεί τον ίδιο βασικό δρόμο, αλλά έχει ενδιαφέρουσες διαφοροποιήσεις. Ο Martin είναι μεν ένας τραγικός ήρωας, που έχει κατακερματίσει την οικογένειά του με τις συνεχείς απιστίες και πασχίζει να εξιλεωθεί από τις αμαρτίες του παρελθόντος, αλλά ουσιαστικά χρησιμοποιείται σαν μέσο για να τονιστεί η ιδιαιτερότητα της Saga. Η Σουηδή είναι μοναχικός χαρακτήρας, με ακριβώς όσα στοιχεία από Asperger syndrome χρειάζονται ώστε να είναι εντελώς αντικοινωνική, να έχει ψύχωση με τους κανόνες και να λέει πάντα αυτό που βλέπει, χωρίς φίλτρα ή συναίσθηση κοινωνικών συμβάσεων. Εύκολα ένας τέτοιος χαρακτήρας θα μπορούσε να είναι καρικατούρα (εσένα κοιτάω Sheldon Cooper), όμως η Saga είναι γραμμένη και ερμηνευμένη έτσι ώστε να πείθει αμέσως τον θεατή ότι είναι άνθρωπος που αξίζει στήριξης, άνθρωπος που αφενός καταλαβαίνεις με ποιον τρόπο το "πρόβλημά" του τον κάνει τόσο καλό στη δουλειά του, και αφετέρου πανηγυρίζεις καθώς βλέπεις να μεταμορφώνεται σταδιακά μπροστά στα μάτια σου. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη ομορφιά της σειράς, η δυναμική του πρωταγωνιστικού διδύμου είναι στημένη καταπληκτικά, και η ανάπτυξη και των δύο χαρακτήρων μέσα από την αλληλεπίδρασή τους, γίνεται εντελώς αρμονικά.


Αν είχα κάποιο πρόβλημα με τη σειρά, είναι η άγαρμπη σύνδεση των β' ιστοριών, που εισάγονται ξεκάρφωτα στα πρώτα επεισόδια, και προτού "πετάξουν" τους χαρακτήρες τους στο βασικό story, προχωράνε παράλληλα σ' αυτό χωρίς να υπάρχει επαρκής θεματική σύνδεση που θα δικαιολογούσε την πολλές φορές βίαιη μετακίνηση της δράσης. Επίσης, συμφωνώ με τους επικριτές που τονίζουν ότι το Broen δεν κάνει καμία ιδιαίτερη χρήση του concept της σύγκρουσης δύο διαφορετικών κόσμων για την επίλυση ενός κοινού προβλήματος. Κακά τα ψέματα, Δανία και Σουηδία δεν έχουν καμιά φοβερή διαφορά κουλτούρας ή φιλοσοφίας, ή αν έχουν, δεν γίνεται καμία προσπάθεια να παρουσιαστεί εδώ ως θέμα τριβής. Η ιστορία θα δούλευε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αν οι πρωταγωνιστές ήταν απλά δύο αστυνομικοί από διαφορετικές γειτονιές που υποχρεώθηκαν να συνεργαστούν.

***SPOILERS***

Read more...

The Favorites: Se7en (1995)

>> Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011


Το Se7en θα το θυμάμαι πάντα ως την ταινία που με έβαλε στο τρυπάκι να αρχίσω να βλέπω “σοβαρές” ταινίες. Την πρώτη φορά με συγκλόνισε. Αρκετά χρόνια μετά, συνεχίζω να το λατρεύω για το κάθε του δευτερόλεπτο.


Όταν έπιασε το Se7en ο David Fincher, είχε ως μόνη κινηματογραφική εμπειρία το 3ο Alien, στο οποίο εν τέλει -αν πιστέψεις τον ίδιο και στενούς συνεργάτες- δεν εργάστηκε όπως θα ήθελε (ελέω κουστουμιών) και απέτυχε. Κι όμως, αν και τυπικά δεν είναι τίποτα περισσότερο από απλά επιτυχημένος βιντεοκλιπάς, ξεκινάει εδώ με μια αυτοπεποίθηση που αγγίζει τα όρια της αλαζονείας. Οι εντυπωσιακοί τίτλοι αρχής της ταινίας παρακολουθούν τον villain που δεν έχει ακόμα συστηθεί στο κοινό, και σε πετάνε αυτόματα σε μια ατμόσφαιρα έντασης και καταστροφής. Οι ήρωες, δύο ντετέκτιβς που μοιάζουν στην φιλοσοφία και την εργασιομανία, αλλά διαφέρουν τόσο πολύ στο χαρακτήρα και στην προσέγγιση απέναντι στο έγκλημα. Ο “παλιός” είναι έμπειρος, αλλά κουρασμένος και απογοητευμένος. Η πόλη όπου έζησε τις περισσότερες δεκαετίες του, και η ευκολία με την οποία οι κάτοικοί της έμαθαν να αντιμετωπίζουν το έγκλημα με απάθεια, τον έχουν αφήσει με μια πικρία. Νιώθει πως η ίδια απάθεια έχει περάσει πια και σ' αυτόν, και έχοντας συμβιβαστεί με το “so many corpses roll away unrevenged”, επιθυμεί πια να τελειώσει. Ο “νέος” απ' την άλλη, αδιαφορεί για την έννοια της υπομονής και τρέχει να γίνει ήρωας, βάζοντας το συναίσθημα μπροστά απ' τη λογική.


Κι όμως, εγώ πάντα εντυπωσιάζομαι πιο πολύ τον καλοδουλεμένο villain του Kevin Spacey. Κατ' αρχάς, ξεκάθαρα η ιδέα του serial killer που σκοτώνει όχι απλά για τιμωρία αλλά και για “εκπαίδευση”, έχοντας σαν πάτημα τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα, είναι καταπληκτική. Καλές ιδέες όμως έχουμε δει πολλές και είναι τελικά η εκτέλεση αυτή που μετράει. Εδώ η εκτέλεση ξεπερνάει κάθε προσδοκία, ξεκολλώντας ακριβώς από οτιδήποτε θα μπορούσε να περιμένει ο θεατής. Η ταινία χωρίζεται σε μέρες-κεφάλαια, κι ενώ πιστεύεις ότι έχεις πιάσει το μοτίβο του ενός φόνου κάθε μέρα, το Se7en ολοκληρώνεται σε μια βδομάδα, έχοντας αλλάξει μοτίβο 3-4 φορές. Τα εγκλήματα είναι στημένα με μαεστρία, και ο δολοφόνος του Kevin Spacey δεν είναι άλλος ένας μανιακός με μια έμμονη ιδέα. Είναι διαβασμένος, εύστροφος και ξέρει ότι θα κερδίσει όταν στηρίξει το σχέδιό του στα συναισθήματα του αντιπάλου του.


Το Se7en απογειώνει το είδος του crime-mystery, αλλά είναι εγκληματικά υποτιμητικό να το θεωρείς απλά ένα “αστυνομικό θρίλερ”. Ο Fincher έχει στήσει την ιστορία του με φόντο μια απαθή κοινωνία, με ηθική κατάπτωση και συναίνεση πρακτικά στο έγκλημα. Δεν κάνει όμως ήρωα (όπως το Dexter) τον δολοφόνο που νιώθει πως επιτελεί θείο έργο, και αποφεύγει όμορφα την παγίδα του διδακτικού χαρακτήρα. Βασικά δεν έχει καν ήρωα. Έχει απλά έναν κεντρικό χαρακτήρα -ξεκάθαρα πρωταγωνιστής για μένα ο Morgan Freeman- που ζει μια εσωτερική διάλυση, αλλά βλέπει στιγμιαία το ένστικτο του μέντορα να ξυπνάει, όταν βρίσκεται συνεργάτης με έναν φουριόζο νεαρό, κι ας αποτυγχάνει στο τέλος να τον συγκρατήσει. Και γι' αυτό είναι κατά τη γνώμη μου αυτός πιο τραγικός ήρωας κι απ' τον David του Brad Pitt, γιατί ενώ δεν έχει τις σοβαρές υλικές και ψυχολογικές απώλειες του τελευταίου, ξεμένει τελικά στη μοναξιά του, ανήμπορος ακόμα και να καταθέσει τα όπλα. Πίσω απ' την κάμερα, ο Fincher επιμένει στο γκρίζο χρώμα και τη μουντάδα, και παρουσιάζει για πρώτη φορά εδώ την ψυχρότητα που έχει τονίσει ιδιαίτερα στα τελευταία του έργα. Συνδυάζει υπέροχα την εξαιρετική μουσική και την πανέμορφη φωτογραφία, και χτίζει επιβλητική ατμόσφαιρα, με γρήγορους ρυθμούς όταν τους χρειάζεται και πάντα μια αίσθηση απειλής και μυστηρίου. Η κλιμάκωση είναι έντονη και το φινάλε όσες φορές κι αν το δεις, ανατριχιαστικό. Και τελικά, όσο χιλιοπαιγμένη ταινία κι αν είναι το Se7en, πάντα σε βάζει σε σκέψεις, και πάντα σου μαυρίζει την ψυχή. Και ζητάς κι άλλο.


(*) Δεν υπάρχει πάντα όρεξη να δεις κάτι καινούριο. Μερικές φορές λοιπόν κι εγώ αρχίζω να ξεσκονίζω τα dvd της βιβλιοθήκης ή τα βάθη του σκληρού δίσκου, για κάτι που εγγυημένα με “πιάνει”. Όχι όσο συχνά όσο θα ήθελα, αλλά μερικές μέρες (νύχτες), δεν έχω καλύτερο απ' το να αφήνομαι στην παρήγορη συντροφιά μια αγαπημένης ταινίας. Στην παρούσα “στήλη” θα επιχειρήσω να γράφω για τέτοιες ταινίες, που έχουν αντέξει για μένα το τεστ της πολλαπλής προβολής και που δεν θα σταματήσω ποτέ να λατρεύω ξανά και ξανά.

Read more...

Love (2011)

>> Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011


Ελληνικός τίτλος: Αγάπη



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: William Eubank
Σενάριο: William Eubank
Παίζουν: Gunner Wright

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Sci-fi, μυστήριο, δράμα






Αστροναύτης που επανδρώνει τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό, χάνει την επαφή με τη Γη. Μόνος του, χωρίς επικοινωνία με άλλον άνθρωπο, μάχεται να μείνει ζωντανός και να κρατήσει τα λογικά του.


Το Love διαφημίστηκε με συγκρίσεις με το Moon και το 2001: A Space Odyssey. Παίρνει όντως στοιχεία και απ' τα δύο, αλλά νομίζω βρίσκεται θεματικά και τεχνικά πιο κοντά στο κλασικό αριστούργημα του Stanley Kubrick. Στην πραγματικότητα βέβαια, είναι μια αρκετά πιο lite εκδοχή του. Μοιράζεται τους αργούς του ρυθμούς και την οπτική-ηχητική τελειότητα, αλλά στερείται τους συμβολισμούς του, και κάπου χάνει το νόημα αυτών που θέλει να πει. Ξεκινάει ως ψυχογράφημα ενός ανθρώπου αποκομμένου από το υπόλοιπο είδος του και μεταφέρει θεσπέσια την απόγνωση και την μοναξιά του, με σκηνές έντασης αλλά και σουρεαλιστικές εικόνες για τα όνειρα και τις σκέψεις του. Εμβόλιμα κομμάτια από ζωές άλλων ανθρώπων, τονίζουν πόσο απρόβλεπτο μπορεί να είναι ένα ξένο περιβάλλον και πόσο περισσότερη προσπάθεια απαιτείται για την επιβίωση σ' αυτό. Όσο κι αν σε καλύπτει όμως στο δραματικό κομμάτι ή στο μυστήριο, το Love έχανε για μένα στο sci-fi. Αργούς ρυθμούς και φαινομενικά “ξεκάρφωτες” εικόνες είχε και το 2001, αλλά το μήνυμα που άφηνε στο τέλος ήταν ισχυρό. Εδώ, αν και εντυπωσιακό οπτικά, το ταξίδι του πρωταγωνιστή τελειώνει με μια σειρά από διαπιστώσεις, που προσωπικά δεν με έπεισαν για την σύνδεση της ταινίας με τον τίτλο της, αλλά με άφησαν να ξύνω το κεφάλι μου με απορία. Παρ' όλα αυτά, νιώθω ότι με μια δεύτερη θέαση, η εμπειρία θα ολοκληρωθεί, και ακόμα και στα σημεία που είναι ακατανόητο ή παραληρηματικό, με κράτησε σχετικά εύκολα. Βοήθησε πολύ σ' αυτό ο τεχνικός τομέας, καθώς μουσική και σκηνοθεσία ήταν πραγματικά αριστουργηματικά. Αν ήταν λίγο πιο προσεγμένο και το σενάριο του, θα μιλούσαμε για ένα sci-fi διαμάντι, ενώ τώρα το Love είναι απλά ένα έργο που είχε τα φόντα να πιάσει την κορυφή, αλλά δεν τα κατάφερε στα σημεία. Αργό αλλά οπτικά και ακουστικά πανέμορφο, θέλει προσπάθεια, υπομονή και σίγουρα και δεύτερη θέαση, αλλά νομίζω πως σε αποζημιώνει με το παραπάνω.


Read more...

Watching Sidney Lumet – Part 1

>> Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011




Έχοντας δει -και λατρέψει- μόνο τα “βασικά” απ' τον μεγάλο αυτό σκηνοθέτη (12 Angry Men, Network, Dog Day Afternoon, Murder on the Orient Express κτλ), αποφάσισα φέτος να μπω λίγο πιο βαθιά στη φιλμογραφία του. Τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της εμπειρίας υπάρχουν παρακάτω, με σκέψεις για πέντε ταινίες του Lumet, και προοπτική για συνέχεια του “project” στο μέλλον.




The Anderson Tapes (1971)

Ο Duke Anderson βγαίνει μετά από 10 χρόνια απ' τη φυλακή, και αποφασίζει να ληστέψει μια πολυκατοικία. Βρίσκεται όμως υπό παρακολούθηση και η παραμικρή του κίνηση καταγράφεται σε ταινίες. Κρατάω ειδική θέση στην καρδιά μου για καλοφτιαγμένα heist/caper movies. Ο Sidney Lumet δεν απογοητεύει, και βάζει ακόμα μια ταινία στις λίστα με τις αγαπημένες μου ταινίες του είδους. Καλοστημένο το έγκλημα, με ελαφρύ χαρακτήρα αλλά καλογραμμένους διαλόγους. Έξυπνη η χρήση των flash-forwards, με τη δράση να διακόπτεται για να δούμε τα θύματα να περιγράφουν την εμπειρία τους στα αντίστοιχα σημεία της ληστείας. Ωραία καινοτομία επίσης και η παρακολούθηση, κι ας είναι ο ήχος σε μερικά σημεία περισσότερο cheesy από sci-fi των 40s, αλλά ίσως για κάποιους λίγο unrewarding η αποκάλυψη για το ποιος κρύβεται πίσω της. Εύκολα παρατηρείς σκηνοθετικές τεχνικές που τελειοποίησε αργότερα ο Lumet στο Dog Day Afternoon, το οποίο (όπως και τις υπόλοιπες “σοβαρές” ταινίες του σκηνοθέτη) το Anderson Tapes μπορεί να μην φτάνει σε ποιότητα, αλλά είναι αρκετά έξυπνο για να ικανοποιήσει τους λάτρεις του είδους και αρκετά ελαφρύ και διασκεδαστικό για να κρατήσει και τους υπόλοιπους. Αξίζει μια θέαση ακόμα και μόνο για την cultίλα της κατάξανθης χαίτης του νεαρού τότε Christopher Walken ή τον εξαιρετικό Sean Connery που κουβαλάει ακόμα λίγο απ' τον αέρα του James Bond. 3,5/5


Fail-Safe (1964)

Ένα τεχνικό σφάλμα κατά τη διάρκεια τυπικών κινήσεων των αεροπλάνων της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας, θα στείλει μια ομάδα βομβαρδιστικών με στόχο τη ρίψη πυρηνικών στη Μόσχα. Όταν η ανάκλησή τους κριθεί αδύνατη, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ επιχειρεί να πείσει τον Ρώσο ομόλογό του να μην ανταποδώσει την επίθεση. Στιβαρό πολιτικό θρίλερ με φόντο τον Ψυχρό Πόλεμο, που θυμίζει αρκετά σε concept τον Dr Strangelove του Kubrick, χωρίς φυσικά την σατιρική διάθεση και τον κωμικό χαρακτήρα. Κι όμως, οι δύο ταινίες (που μοιράζονται και την ίδια χρονολογία κυκλοφορίας!) είναι εξίσου αριστουργηματικές. Κοιτώντας την σοβαρή πλευρά μια τέτοιας ενδεχόμενης “πυρηνικής κρίσης”, ο Sidney Lumet φτιάχνει μια εξαιρετική ταινία που διαδραματίζεται πρακτικά μόλις σε τρία δωμάτια, καταφέρνοντας όμως ακόμα κι έτσι, να μεταφέρει στον θεατή το μέγεθος της κλίμακας του επεισοδίου. Η ιστορία που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, είναι κυριολεκτικά ένα nail-biting thriller, με άφθονο σασπένς, και όσο ένταση μπορούμε να φανταστούμε πως θα υπήρχε και στην πραγματικότητα κατά την διάρκεια ενός τόσο ισχυρού διπλωματικού επεισοδίου. Ταυτόχρονα όμως, το Fail-Safe δεν χάνει την ευκαιρία να μελετήσει την ψυχολογία των ανθρώπων που εμπλέκονται σε μια τέτοια κατάσταση, με κάποιους να προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν για να περάσουν την προσωπική τους ατζέντα, άλλους να καταρρέουν απ' την πίεση, άλλους να μένουν ψύχραιμοι και να ψάχνουν την ιδανική λύση και άλλους να βλέπουν πέρα από εθνικότητες και να προβάλλουν τους κοινούς παρονομαστές με τον “εχθρό”. Εντυπωσιακό το πεντάλεπτο μονόπλανο με τον Πρόεδρο και τον διερμηνέα, ακόμα εντυπωσιακότερο το φινάλε, και μια διάχυτη προσπάθεια για στήριξη ενός γνήσιου αντιπολεμικού μηνύματος, που τονίζει την αξία της ανθρώπινης ζωής, σε όποια πλευρά κι αν βρίσκεται. Έξοχο. 5/5


The Offence (1972)

Σκληροτράχηλος και “παλιός” ντετέκτιβ χάνει την ψυχραιμία του κατά την ανάκριση υπόπτου για αποπλάνηση ανηλίκων, και τον στέλνει στο νοσοκομείο με σοβαρά τραύματα. Ως μεταφορά θεατρικού έργου, η ταινία περιορίζεται σε λίγα σκηνικά, και αυτό την βοηθάει να ξεφύγει ελαφρά απ' το σωρό των αστυνομικών δραμάτων. Ξεχωρίζει βέβαια επίσης γιατί αδιαφορεί για το “αστυνομικό” κομμάτι, και αναλώνεται κατά κύριο λόγο στο ψυχογράφημα ενός ανθρώπου που αφενός θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο απ' τους εγκληματίες που κυνηγάει και ανακρίνει, αλλά αφετέρου επιχειρεί να δικαιολογήσει τις πράξεις -και τις σκέψεις- του, πρώτα σε ανωτέρους και έπειτα στον εαυτό του. Στο πρώτο 40λεπτο ο Lumet πειραματίζεται και η σκηνοθεσία του είναι ιδιαίτερα φαντεζί, γεμάτη slow-motion, θολούρα και διάσπαρτες εικόνες, κάτι που ενώ στην αρχή κουράζει, δένει τελικά όμορφα με τα κομμάτια που μένουν στην gritty ατμόσφαιρα που μας έχουν συνηθίσει τα 70s, και βοηθούν ίσως να εκτιμήσεις ακόμα περισσότερο τη συνέχεια. Τρία αριστουργηματικά tet-a-tet του Sean Connery, που βρίσκεται σε μια απ' τις καλύτερες ερμηνευτικές στιγμές της καριέρας του, απογειώνουν την ταινία, με ωμούς και ανατριχιαστικά ρεαλιστικούς διαλόγους και εντυπωσιακές supporting ερμηνείες, ειδικά απ' τον Ian Bannen. Ακόμα κι αν φαίνεται δύσκολη ή περίεργη η εισαγωγή του, το Offence είναι λουκούμι για τους fans των dialogue-heavy ταινιών, καθώς και ωραία σπουδή στην θεωρία ότι όλοι κρύβουμε βαθιά μέσα μας ένα τέρας, που ψάχνει ευκαιρίες να βγει στην επιφάνεια. 4/5


The Verdict (1982)

Έγκυος μένει φυτό κατά την εισαγωγή της στο νοσοκομείο, μετά από λάθος των αναισθησιολόγων. Την υπόθεση αναλαμβάνει δικηγόρος με κακό ιστορικό, που θέλοντας να αποδείξει την αξία του και αδιαφορώντας για τους κινδύνους, δεν δέχεται χρηματικό συμβιβασμό, αλλά πηγαίνει στο δικαστήριο. Η ταινία ξεκινάει ως τυπική ιστορία ενός ανθρώπου που αποφασίζει να τα βάλει μόνος του με το σύστημα, το οποίο στην προκείμενη περίπτωση αντιπροσωπεύουν μια ομάδα μεγαλοδικηγόρων, ένας προκατειλημμένος δικαστής και μάρτυρες που σιωπούν. Η δικαστική υπόθεση αυτή καθ' εαυτή φαντάζει υπερβολικά απλή και ίσως αρκετά δύσχρηστη για δίωρη ταινία. Κι όμως, αυτή η μικρή κλίμακα της ιστορίας είναι που εν τέλει επιτρέπει στο Verdict να αφοσιωθεί στους χαρακτήρες του και να μην περιμένει -όπως αρκετές ταινίες του είδους- να σωθεί την τελευταία στιγμή από συγκινήσεις και ανατροπές. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι δεν υπάρχουν και τέτοιες, απλά είναι τόσο όμορφα στημένη η ιστορία και τόσο καλός ο ρυθμός με τον οποίο ξετυλίγεται, που δεν τις αναζητάς για να βρεις ενδιαφέρον. Το σενάριο του David Mamet (τον οποίο προσωπικά εκτιμώ ιδιαίτερα για τις εξαιρετικές μεταφορές του) είναι καταπληκτικό και ο Sidney Lumet εξασφαλίζει με μαεστρία ότι οι ηθοποιοί θα το αποδώσουν όπως του αξίζει. Ιδιαίτερα εγκώμια αξίζει ο Paul Newman, που αποδίδει τον χαρακτήρα του με σωστές δόσεις παρεξηγημένης ιδιοφυΐας και ταλαιπωρημένου μεσήλικα που μάταια ψάχνει συγκίνηση στη ζωή του, άλλοτε ψύχραιμου και άλλοτε θερμόαιμου. Οι νύξεις για την διαφορετική ερμηνεία της έννοιας της δικαιοσύνης απ' τον κάθε άνθρωπο είναι εύστοχες και η ώρα περνάει νεράκι, με το Verdict να είναι εν τέλει απ' τις πιο καλοφτιαγμένες και ενδιαφέρουσες ταινίες που έχει να επιδείξει το είδος. 4,5/5


Deathtrap (1982)

Συγγραφέας θεατρικών θρίλερ μυστηρίου αδυνατεί να πλησιάσει το επίπεδο που είχε τα προηγούμενα χρόνια, με τα τελευταία έργα του να αποτυγχάνουν το ένα μετά το άλλο. Όταν ένας μαθητευόμενος του στέλνει το προσχέδιο ενός πολλά υποσχόμενου θρίλερ, αρχίζει να σκέφτεται μέχρι και το ενδεχόμενο να τον σκοτώσει για να το οικειοποιηθεί και να κάνει ξανά επιτυχία. Άρχισα την ταινία με χαμηλές προσδοκίες, αλλά στο βάθος του μυαλού μου (λόγω και της παρουσίας του Michael Caine σαν πρωταγωνιστή ίσως) είχα ελπίδες για ένα κωμικό crime-mystery που θα έφτανε στο επίπεδο του Sleuth (1972). Μπορεί το Deathtrap να μην έφτασε τελικά τόσο ψηλά, αλλά κατά την ταπεινή μου άποψη, πλησίασε αρκετά. Ως μεταφορά θεατρικού έργου στη μεγάλη οθόνη, η ιστορία διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο σε ένα σπίτι, και ο Lumet για άλλη μια φορά το εκμεταλλεύεται θαυμάσια, αξιοποιώντας τόσο τα πλεονεκτήματα που δίνει μια θεατρική σκηνή, όσο και τα “bonus” που μπορεί να προσφέρει ο κινηματογράφος. Μπορεί όμως η ευρηματική του σκηνοθεσία να προσθέτει αρκετούς πόντους στην ταινία, αλλά η πλοκή είναι εδώ το βασικό αξιοθέατο. Εντυπωσιακό στήσιμο για αρχή και συνεχόμενες ανατροπές, των οποίων την ύπαρξη για να προχωρήσει η ιστορία μπορεί να προβλέψεις, αλλά σίγουρα θα σε αφήσουν σε αρκετές στιγμές με το στόμα ανοιχτό. Ευκολιούλες υπάρχουν (ειδικά προς το τέλος), αλλά τις συγχωρείς εύκολα όταν συνοδεύονται από αριστοτεχνικό σασπένς και ένα κατά τα άλλα πολύ ευχάριστο και πολύπλοκο σενάριο. Εξαιρετικές ερμηνείες απ' το πρωταγωνιστικό δίδυμο, που απογειώνουν τους διαλόγους στις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, και μια υπέροχη meta αίσθηση καθ' όλη τη διάρκεια του έργου, που βάζει τα γυαλιά σε αυτό που πήγε να κάνει ο Wes Craven με τα Scream. Δεν πετυχαίνει παντού διάνα, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του το Deathtrap είναι έξυπνο και πολύ καλοφτιαγμένο. 4/5


To be Continued...

Read more...

Confessions (2010)

>> Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011


Original τίτλος: Kokuhaku



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Tetsuya Nakashima
Σενάριο: Tetsuya Nakashima (βασισμένο στο βιβλίο του Kanae Minato)
Παίζουν: Takako Matsu, Masaki Okada, Yoshino Kimura

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Θρίλερ εκδίκησης, δράμα




Δασκάλα σε σχολείο της Ιαπωνίας, βρίσκει την κόρη της νεκρή. Πεπεισμένη ότι γνωρίζει τους δολοφόνους, σχεδιάζει ένα εγκληματικά ιδιοφυές σχέδιο εκδίκησης.


Οι Ιάπωνες κατά κοινή παραδοχή είναι πολύ καλοί παραμυθάδες. Διαθέτουν τεράστια φαντασία και όταν δεν προσπαθούν να κάνουν “αμερικάνικες” ταινίες, μπορούν να διηγηθούν αριστουργηματικές ιστορίες. Βλέποντας και μόνο τον πρόλογο του Confessions, είσαι σίγουρος ότι πρόκειται για ένα απ' αυτά τα αριστουργήματα. Στημένο σε μια αίθουσα σχολείου, με μια δασκάλα να αποχαιρετάει τους μαθητές της κάνοντας μια αναδρομή σε γεγονότα προηγούμενων εβδομάδων, και ανακοινώνοντας ότι ανάμεσά τους βρίσκονται δύο δολοφόνοι. Τα γεγονότα που ακολουθούν αλλά και αυτά που προηγήθηκαν, παρουσιάζονται έξοχα μέσω των προοπτικών (point-of-views) αρκετών διαφορετικών χαρακτήρων, δείχνοντας τον αντίκτυπο αυτής της ανακοίνωσης σε παιδιά και γονείς. Ανατροπές που δεν θα σε αφήσουν να μαζέψεις το σαγόνι σου απ' το πάτωμα ούτε για πέντε λεπτά, γρήγοροι ρυθμοί και φανταστικές ερμηνείες απ' τα παιδιά, καταφέρνει για ταινία που δείχνει τόσο πολλά πράγματα, να μην φαντάζει φορτωμένη. Χωρίς μελοδράματα αγγίζει ένα τρομερά ευαίσθητο θέμα, όπως είναι ο παιδικός θάνατος (είτε απ' την πλευρά της αυτοκτονίας είτε της δολοφονίας) και η παιδική βία, παρουσιάζοντας ως βασική αιτία όχι την παραφροσύνη, αλλά την εγκατάλειψη απ' τους γονείς, την αδιαφορία της πολιτείας και την δίψα της κοινωνίας για σκάνδαλα και εγκλήματα. Φυσικά, είναι ταυτόχρονα ένα εντυπωσιακό θρίλερ εκδίκησης, με καταπληκτική ατμόσφαιρα και φωτογραφία που κόβει την ανάσα, που καταλήγει σε ένα απ' τα πιο λυρικά και καλογυρισμένα φινάλε που θα δεις στη ζωή σου. Είτε ψάχνεις μυστήριο, είτε δράμα, να είσαι σίγουρος ότι θα βρεις και τα δύο, ποτισμένα με την ένταση που μόνο οι Ασιάτες ξέρουν να φτιάχνουν με τόσο μεράκι. Η καλύτερη ταινία του 2010, με μεγάλη διαφορά απ' τη δεύτερη.


Read more...

The Ghost Writer (2010)

>> Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

Ελληνικός τίτλος: Αόρατος Συγγραφέας




Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Roman Polanski
Σενάριο: Robert Harris (συγγραφέας και του βιβλίου 'The Ghost'), Roman Polanski
Παίζουν: Ewan McGregor, Pierce Brosnan, Olivia Williams, Tom Wilkinson

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Πολιτικό θρίλερ, μυστήριο




Πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας γράφει τα απομνημονεύματά του. Ασήμαντος συγγραφέας-“φάντασμα”, αναλαμβάνει να σουλουπώσει το τελικό κείμενο όταν ο προκάτοχός του βρίσκεται πνιγμένος υπό μυστηριώδεις συνθήκες. Ο νέος ghost writer, καλείται να ζήσει για 4 βδομάδες σε νησί κοντά στις ακτές των ΗΠΑ, μαζί με τον πολιτικό, τη σύζυγό του και τους συνεργάτες του. Με αφορμή όμως ένα σκάνδαλο που ξεσπάει εκείνες τις μέρες, αρχίζει να σκαλίζει λίγο παραπάνω τις συνθήκες θανάτου του συχωρεμένου συναδέλφου του και την ιστορία του πελάτη του.


Βετεράνος στο πολιτικό/πολεμικό θρίλερ, ο Robert Harris ασχολείται αυτή τη φορά ενεργά στη μεταφορά ενός απ' τα βιβλία του στη μεγάλη οθόνη, συμμετέχοντας στην συγγραφή και του σεναρίου. Σκηνοθέτης ο -πολυσυζητημένος το 2010- Roman Polanski, με εξαιρετικά θρίλερ στο ενεργητικό του. Υπήρχε περίπτωση να πάει κάτι στραβά; Σε ένα κουρασμένο είδος που κυριαρχείται από ταινίες που σου πετάνε τη μια συνωμοσία μετά την άλλη για να εντυπωσιάσουν, Polanski και Harris προτιμούν να στηρίξουν το The Ghost Writer στο μυστήριο και το σταδιακό του χτίσιμο. Οι ανατροπές δεν λείπουν, ούτε επίσης και το χιουμοράκι απ' τον κεντρικό ήρωα, αλλά το μεγαλύτερο ατού της ταινίας είναι αυτή η αίσθηση του μεγάλου μυστικού που καλύπτουν όλοι, σήμα κατατεθέν των ταινιών του Polanski. Από άποψη φωτογραφίας, έχουμε κι εδώ αυτό το εξαιρετικό γκρίζο που κυριαρχεί και στις προηγούμενες τρεις ταινίες του σκηνοθέτη, ενώ την επιβλητική ατμόσφαιρα συμπληρώνει η εγκληματικά υποτιμημένη μουσική του Alexandre Desplat. Πανέμορφο οπτικά, με έξοχες ερμηνείες και σφιχτοδεμένο σενάριο που αποφεύγει με ευκολία τα κλισέ, καταφέρνει να κάνει αυτό που -στις λεπτομέρειες- έχασε για μένα ο Scorsese με το Shutter Island. Απ' τις πιο απολαυστικές ταινίες της χρονιάς, που δυστυχώς βγήκε μάλλον νωρίς για να δούμε και την Ακαδημία να την επιβραβεύει με τα όσκαρ που πιστεύω πως της αναλογούν.

Read more...

Inception (2010) [Ανάλυση + Spoilers]

>> Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010


Εν μέσω εξεταστικής, αξιώθηκα κι εγώ να πάω να δω επιτέλους το Inception, το οποίο και απόλαυσα τρομακτικά πολύ. Ό,τι ακολουθεί είναι γεμάτο με spoilers, οπότε αν κάποιος μπαίνει ακόμα στο blog μου και δεν έχει δει την ταινία, ας μην διαβάσει το post. Σημειωτέον, ότι μπορεί να έχω πιάσει κάποια σημεία λάθος ή να είναι υπερβολικά χύμα αυτά που θα διαβάσετε παρακάτω. Μια φορά μόνο το έχω δει (ακόμα), συγχωρέστε και αν βγάζει κάτι μάτι, κράξτε στα σχόλια για να φτιαχτεί.

Read more...

Timecrimes (2007)

>> Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Ελληνικός τίτλος: Εγκλήματα στο χρόνο
Original τίτλος: Los cronocrímenes



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Nacho Vigalondo
Σενάριο: Nacho Vigalondo
Παίζουν: Nacho Vigalondo, Karra Elejalde, Candela Fernández, Bárbara Goenaga

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Μυστήριο, time-travel





Ο Hector και η γυναίκα του έχουν μετακομίσει σε καινούριο σπίτι. Όντας σε σχετικά απομακρυσμένο τόπο στην εξοχή, η περιοχή προσφέρεται για εξερεύνηση. Με ένα ζευγάρι κιάλια αν χείρας, ο Hector αρχίζει να βλέπει παράξενα πράγματα στο κοντινό δάσος και πριν περάσουν πολλές ώρες, θα συναντήσει μια ποδηλάτη, έναν μυστήριο επιστήμονα και έναν ύποπτο μασκοφόρο.


Λίγο από τρόμο στην αρχή για να βάλει στην πρίζα, τρελό σασπένς και μπόλικο μυστήριο που αρχίζει σταδιακά να ξεδιπλώνεται. Σαν κάθε ταινιούλα χαμηλού budget που σέβεται τον εαυτό της, το Timecrimes (ισπανικής παραγωγής) δεν φλυαρεί αλλά σε ρίχνει κατ' ευθείαν στο ψητό, και βάζει στόχο να σου κάνει το μυαλό αλοιφή σε κάθε καινούριο λεπτό που μπαίνει. Το καταφέρνει απόλυτα, και σε κερδίζει απ' την αρχή με την φανταστική του ατμόσφαιρα και το mindfucking σκηνικό του. Φαινομενικά απλό, αλλά τελικά τόσο έξυπνο, θα σου ρίξει αρκετές φορές το σαγόνι στο πάτωμα, και θα σε έχει σε αγωνία ακόμα κι όταν νομίζεις πως ξέρεις τι θα ακολουθήσει. Οι λάτρεις των ταινιών που ασχολούνται με ταξίδια στο χρόνο πρέπει να το βάλουν σε άμεση προτεραιότητα. Όπως και το Primer, μπορεί να σου αφήσει μερικά θολά σημεία (αν και σ' αυτό δεν είναι απαραίτητη δεύτερη θέαση, απλά λίγη σκέψη όταν τελειώσει) αλλά θα απολαύσεις απίστευτα την ένταση επί 90 λεπτά. Προτείνεται η θέαση χωρίς παρέα, σε εντελώς σκοτεινό χώρο.


Το Hollywood ετοιμάζει λέει remake με τον Tom Cruise. Με όλη μου την καρδιά εύχομαι να πατώσει.

Read more...

Gosford Park (2001)

>> Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Ελληνικός τίτλος: Έγκλημα στο Γκόσφορντ Παρκ


Συντελεστές


Σκηνοθεσία:
Robert Altman

Σενάριο: Julian Fellowes (βασισμένο σε ιδέα των Robert Altman και Bob Balaban)


Παίζουν: Maggie Smith, Michael Gambon, Kelly Macdonald, Kristin Scott Thomas, Tom Hollander, Jeremy Northam, Helen Mirren, Bob Balaban, Clive Owen



Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.



Είδος


Δράμα, μυστήριο






Ένα βροχερό σαββατοκύριακο του 1932, ο Sir William McCordle προσκαλεί μερικούς φίλους και συγγενείς, για κυνήγι και ξεκούραση σε ένα αριστοκρατικό εξοχικό στην αγγλική ύπαιθρο. Οι καλεσμένοι καταφθάνουν με τους υπηρέτες τους, και απειλούν την ισορροπία τόσο του Sir William και της νεαρής συζύγου του, όσο και του πολυάσχολου υπηρετικού προσωπικού του Γκόσφορντ Παρκ. Απ' τη μια ένα κυνηγετικό ατύχημα κι απ' την άλλη μερικά “βρώμικα” μυστικά που βγαίνουν κατά λάθος στην επιφάνεια, προετοιμάζουν το έδαφος για την εγκληματική κορύφωση: λίγο μετά τα μεσάνυχτα ο Sir William θα βρεθεί νεκρός στη βιβλιοθήκη του, με ένα ασημένιο μαχαίρι καρφωμένο στο στήθος του...




“Η δολοφονία δεν είναι η αρχή, είναι το τέλος της ιστορίας”, λέει η Αγκάθα Κρίστι μέσω του κυρίου Τρηβς, στο Ένα Σχέδιο Δολοφονίας (Ώρα Μηδέν). Ακολουθώντας πιστά αυτό το μότο, ο Robert Altman δεν βιάζεται να φτάσει στο έγκλημα, αλλά αφιερώνει 1,5 ώρα στους χαρακτήρες και την αλληλεπίδρασή τους σε ένα ξένο περιβάλλον, δίνοντας σε πολλούς απ' αυτούς κίνητρο για τη δολοφονία, αλλά και έξυπνα hints που φαντάζουν με πρώτη ματιά, απλές φράσεις της στιγμής. Και μετά απ' αυτό όμως, δεν μένει τόσο στο μυστήριο, αλλά στις αντιδράσεις όλων των επισκεπτών και των υπηρετών. Μπορεί η ταινία να πλασάρεται ως ένα κλασικό “whodunit” μυστήριο, όμως η ταυτότητα του δολοφόνου είναι τελικά αυτό που απασχολεί λιγότερο τον Robert Altman. Σκηνοθετεί ουσιαστικά ένα δράμα εποχής, που πετυχαίνει διάνα στην κριτική του για την αριστοκρατία και τις σχέσεις των πλουσίων (ή και όσων θέλουν να περνιούνται για πλούσιοι) αφ' ενός με τους ομοίους τους, και αφ' ετέρου με την εργατική τάξη. Στην πορεία αυτοσαρκάζεται, βάζοντας έναν απ' τους επισκέπτες του να γυρίζει ταινία για δολοφονία που λαμβάνει χώρα σε μια διήμερη συγκέντρωση πολλών επισκεπτών σε ένα αριστοκρατικό εξοχικό, και φυσικά έχοντας έναν επιθεωρητή που ψάχνει για το δολοφόνο μόνο επιφανειακά, με το βοηθό του (όπως και τον θεατή; ;-) ) να τον κυνηγάει για να κάνει σωστά τη δουλειά του. Σχόλια για τα σκηνικά, τα κουστούμια και τις ερμηνείες είναι νομίζω περιττά, η ατμόσφαιρα είναι καταπληκτική και όλα συμβάλλουν με τον τρόπο τους σ' αυτό. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία με πολύ καλογραμμένο σεναριακό υπόβαθρό, που χρειάζεται μεν μεγάλη προσοχή στην παρακολούθησή της (και 1-2 φορές να την ξαναδείς για να πιάσεις όλες τις σχέσεις σε βάθος), αλλά συναρπάζει με την σπιρτάδα αλλά και την απλότητά της.



Read more...

Shadow of a Doubt (1943)

>> Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Ελληνικός τίτλος: Το χέρι που σκοτώνει



Συντελεστές



Σκηνοθεσία: Alfred Hitchcock


Σενάριο: Thornton Wilder, Sally Benson, Alma Reville (βασισμένο σε ιστορία του Gordon McDonell)


Παίζουν: Teresa Wright, Joseph Cotten, Macdonald Carey, Henry Travers, Patricia Collinge, Hume Cronyn



Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.



Είδος


Μυστήριο, Noir







Στη μικρή πόλη της Santa Rosa, ζει μια απλή οικογένεια: ο μπαμπάς, τραπεζικός υπάλληλος και λάτρης των αστυνομικών ιστοριών, που επιδίδεται με έναν καλό του φίλο στην αναζήτηση του τέλειου φόνου, η μαμά, εργατική και καλόκαρδη, ο μικρός γιος με το μαθηματικό μυαλό, η μικρή κόρη που αγαπάει τη λογοτεχνία, και η μεγάλη κόρη, η Charlie, που θεωρεί τη ζωή της αφόρητα βαρετή. Αναζητά κάποια συγκίνηση που θα χαλάσει την καθημερινή ρουτίνα, και θα την βρει όταν η οικογένεια δεχτεί την επίσκεψη του πολυαγαπημένου μικρού αδερφού της μαμάς. Ο θείος Charlie είναι γοητευτικός, έξυπνος και πολύξερος, και γρήγορα θα κερδίσει τη συμπάθεια όλης της κοινότητας. Μαζί του όμως θα φέρει και δυο ντετέκτιβ που ερευνούν μια σειρά φόνων πλούσιων χήρων. Η αρχικά εξαιρετική σχέση της Charlie με τον θείο Charlie, θα αρχίσει να κλονίζεται, όταν στο μυαλό της κοπέλας αρχίσουν να μπαίνουν αμφιβολίες για το ποιόν του ινδάλματός της.




Αν έπρεπε να διαλέξω μια απ' τις πολλές σκηνοθετικές αρετές του Alfred Hitchcock, θα έμενα σίγουρα στην ικανότητά του να προσδίδει απίστευτο σασπένς ακόμα και σε ιστορίες στις οποίες δεν υπάρχει χειροπιαστό έγκλημα στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Όπως ξέρει πολύ καλά να κάνει, βάζει κι εδώ τον θεατή στην ίδια θέση με την πρωταγωνίστριά του, δίνοντας μερικά μόνο ψήγματα της προσωπικότητας του υπόπτου και χτίζοντας κομμάτι κομμάτι την υπόθεση και παράλληλα και την ένταση. Η ιστορία είναι σφιχτά γραμμένη, χωρίς φτηνές σεναριακές ευκολίες ή λογικά κενά, ενώ στην ατμόσφαιρα συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό η εξαιρετική μουσική. Μπορεί να είναι ελαφρά κατώτερο από αριστουργήματα που γύρισε ο Hitchcock τα επόμενα χρόνια, αλλά και πάλι μιλάμε για ένα εξαιρετικό noir μυστηρίου, που θα σε καρφώσει στη θέση σου μέχρι το τέλος του.

Read more...

Sherlock Holmes (2009)

>> Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010





Σκηνοθεσία: Guy Ritchie



Σενάριο: Michael Robert Johnson, Anthony Peckham, Simon Kinberg, Lionel Wigram



Παίζουν: Robert Downey Jr, Jude Law, Rachel McAdams, Mark Strong, Eddie Marsan, Kelly Reilly, William Houston



Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.









Όντας τεράστιος fan του Sir Arthur Conan Doyle, αλλά και του Jeremy Brett που υποδύθηκε τον μεγάλο detective στη σειρά του ITV, η πρώτη αντίδραση μου όταν ανακοινώθηκε το όνομα του Guy Ritchie για το reboot του Sherlock Holmes ήταν “ωχ αμάν”. Γιατί καλό παιδί ο Guy Ritchie, αλλά έχει στο ενεργητικό του μια ουσιαστικά καλή ταινία: το Lock, Stock and Two Smoking Barrels. Από τότε, έκανε 2 ταινίες με το ίδιο ακριβώς μοτίβο, το Snatch και το RockNRolla, που ήταν μεν διασκεδαστικές, αλλά υπερβολικά “ίδιες”. Οι δυο προσπάθειές του εκτός του μοτίβου αυτού ήταν τραγικές, το Swept Away με την τότε σύζυγο του (τη Madonna ντε) ανούσιο και το Revolver καλογυρισμένο αλλά κακογραμμένο. Κάμποσους μήνες μετά, το πρώτο trailer έκανε την εμφάνισή του, και οι φόβοι απογειώθηκαν, αφού φάνηκε ότι ο Guy Ritchie γύριζε προφανώς action-comedy. Και πάλι όμως, λίγο το όνομα, λίγο το cast, ήξερα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μην τη δω όταν έβγαινε. Την είδα. Και το παλιόπαιδο με εξέπληξε ευχάριστα.



Έχω ακούσει πάρα πολλά “περίεργα” για τον Holmes από δήθεν fans, οπότε ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. Ποιος είναι ο Sherlock Holmes του Sir Arthur; Είναι ένα λαγωνικό, με αγάπη για τους γρίφους. Όταν δεν έχει να λύσει έγκλημα όμως, απομονώνεται απ' την κοινωνία (της οποίας ούτως ή άλλως δεν είναι μεγάλος θαυμαστής), και αρχίζει τα χημικά πειράματα και την κοκαΐνη. Είναι εν αποστρατεία πρωταθλητής πυγμαχίας, μετρ των μεταμφιέσεων και μεγάλος χιουμορίστας. Έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τον φίλο του Dr Watson, πειράζει συνεχώς τους επιθεωρητές της Scotland Yard και την σπιτονοικοκυρά του, κυρία Hudson. Και έχει τεράστια αδυναμία σε μια συγκεκριμένη γυναίκα απ' το παρελθόν του: την Irene Adler, τη μόνη εκπρόσωπο του αδύναμου φύλου που τον έχει “νικήσει”.



Πόσο μέσα πέφτει η ταινία στα παραπάνω; Αρκετά έως πολύ. Σαφώς έχουν παρατραβηχτεί κάποια στοιχεία του χαρακτήρα του ήρωα: ο Holmes των βιβλίων δεν συμμετέχει σε αγώνες πυγμαχίας, αφήνει πάντα (πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων, μετρημένων και πάλι στα δάχτυλα του ενός χεριού) τους αστυνομικούς ή τον Watson να παίξουν ξύλο, να κυνηγήσουν ή να πηδήξουν τοίχους και παράθυρα. Και φυσικά η Irene Adler δεν έχει καμία απολύτως θέση στην ιστορία. Εμφανίστηκε για πρώτη και μοναδική φορά στο “A scandal in Bohemia”, κατατρόπωσε τον Holmes και τον άφησε με τις αναμνήσεις και μια φωτογραφία της, την οποία και φυλάει ως κόρη οφθαλμού.



Μεγάλο στοίχημα της ταινίας ήταν να αποδώσει σωστά τη σχέση του Holmes με τον Watson. Η χημεία των εξαιρετικών Robert Downey Jr και Jude Law παίζει καθοριστική σημασία, και βλέπουμε αυτό ακριβώς που έπρεπε. Μια φιλία με τα απαραίτητα πειράγματα και τις απαραίτητες τριβές. Ακούω πολλούς να τονίζουν την ομοιότητα με τη σχέση House-Wilson, από τη σειρά House MD. Η εξήγηση είναι απλή, αφού ο χαρακτήρας του Gregory House ήταν απ' την αρχή βασισμένος στον Holmes, και ο Wilson ως άλλος Watson, έχει άλλη ειδικότητα αλλά βοηθάει όπως μπορεί και κρατάει τον House/Holmes όσο μπορεί πιο προσγειωμένο. Είναι εμφανής νομίζω η επιρροή ήδη από τα ονόματα.


Ας περάσουμε στο ζουμί, την υπόθεση δηλαδή με την οποία θα ασχοληθεί ο δαιμόνιος detective. Στα πρώτα λεπτά της ταινίας, ο Holmes, ο Watson και οι αστυνομικοί του επιθεωρητή Lestrade, συλλαμβάνουν τον Λόρδο Blackwood, κατά τη διάρκεια μια μυστικιστικής ιεροτελεστίας κατά την οποία ετοιμάζεται να σκοτώσει μια νεαρή γυναίκα. Έχοντας ήδη σκοτώσει 5 γυναίκες, καταδικάζεται σε θάνατο δι' απαγχονισμού. Πριν εκτελεστεί, προειδοποιεί τον Holmes ότι οι δολοφονίες θα συνεχιστούν και μετά το θάνατό του. Ο Sherlock δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία, αλλά μερικές μέρες μετά την εκτέλεση, ο Λόρδος Blackwood φέρεται να έχει αναστηθεί: ο τάφος του έχει σπάσει από μέσα, και στο φέρετρό του υπάρχει ένα ξένο σώμα. Ξεκινώντας όπως φαίνεται μια μάχη με τη μαύρη μαγεία, θα έρθει αντιμέτωπος με ένα μυστικό τάγμα που απειλεί την ισορροπία της χώρας, έχοντας στο κατόπι του και την Irene Adler που δουλεύει για κάποιον μυστηριώδη άντρα.



Η ιστορία εξελίσσεται όμορφα, στα βήματα των κλασικών υποθέσεων που έχουμε λατρέψει. Ο Robert Downey Jr είναι για άλλη μια φορά καταπληκτικός, υιοθετώντας εξαιρετικά τις ξακουστές αφαιρετικές ικανότητες του Sherlock Holmes, με τον Mark Strong να παίζει έναν εξίσου επιβλητικό villain και την Rachel McAdams να ισορροπεί ιδανικά τους ρόλους της γοητευτικής πλανεύτρας και της πανέξυπνης κακοποιού. Το τεχνικό μέρος είναι εξαιρετικό: φοβερή φωτογραφία, αποδίδει μαγευτικά την ατμόσφαιρα του Λονδίνου της βικτοριανής εποχής (με την Tower Bridge να χτίζεται στο background), τα slow motion στις σκηνές δράσης χρησιμοποιούνται με μαεστρία και χωρίς υπερβολές, ενώ το πακέτο συμπληρώνει η φανταστική μουσική από το συνήθη ύποπτο Hans Zimmer.



Τελικό συμπέρασμα; Ο Sir Arthur Conan Doyle σίγουρα δεν θα τριγυρίζει στον τάφο του, όπως είχα προβλέψει μερικούς μήνες πριν. :P Πέρα από κάποια misfires, η ταινία στέκεται στο ύψος της και ικανοποιεί με το παραπάνω τις προσδοκίες που πηγάζουν από τον τίτλο της. Θα ικανοποιήσει σίγουρα και τους fans του Sherlock Holmes, αφού δεν είναι τόσο “ιερόσυλη” όσο φαινόταν αρχικά, αλλά και τους υπόλοιπους, αφού πρόκειται για ένα εξαιρετικά διασκεδαστικό μείγμα δράσης και μυστηρίου, με σωστά μετρημένα ψήγματα κωμωδίας. Αξίζει το αντίτιμο του εισιτηρίου, ενώ προτείνω να προτιμήσετε αίθουσα με καλό ηχοσύστημα, τα ηχητικά εφέ δίνουν ρέστα. Η προσωπική μου βαθμολογία κυμαίνεται γύρω στο 7,5/10 το οποίο λόγω μεγάλης αγάπης στο χαρακτήρα γίνεται με λίγο σπρώξιμο 8, εξ' ου και τα 4 αστεράκια. Enjoy!




Read more...

  © Blogger templates Inspiration by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP