[TV] Classic Doctor Who – The Time Warrior (1973)

>> Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011





Doctor: 3rd (Jon Pertwee)
Season: 11
Episodes: 01-04
Διάρκεια: 4x25 λεπτά






Λατρεύω τον Doctor Who (*). Και τι καλύτερο όταν έχεις δει διπλές φορές τα επεισόδια της καινούριας σειράς, απ' το να κάνεις μια βουτιά στο παρελθόν και να σκαλίσεις επιλεγμένες ιστορίες απ' την κλασική σειρά του 1963. Επέλεξα για πρώτη φορά το The Time Warrior γιατί αποτελεί επεισόδιο σταθμό, εισάγοντας τους Sontarans ως εχθρούς του Doctor και την θρυλική Sarah Jane Smith ως companion. Αποδείχθηκε περισσότερο σημαντικό απ' όσο νόμιζα.


Λίγα trivia για αρχή. Τα “ιστορικά” επεισόδια της σειράς, στα οποία ο Doctor γύριζε πίσω στο χρόνο για να συναντήσει ιστορικές μορφές, να ζήσει ιστορικά γεγονότα και γενικά να βάλει το χεράκι του σε ιστορικές περιόδους, ήταν μέχρι τότε αποτυχημένα εμπορικά, έχοντας σταθερά την χαμηλότερη τηλεθέαση. Επόμενο ήταν φυσικά οι σεναριογράφοι να διστάζουν να επιμείνουν σε μια μορφή που φαινόταν να μην αρέσει, και να δοκιμάσουν να εμπλουτίσουν το concept με γερές δόσεις sci-fi. Βρίσκουμε λοιπόν τον Doctor να εξερευνά την εξαφάνιση επιστημόνων από τις κεντρικές εγκαταστάσεις του UNIT, αποστολή που τον οδηγεί πίσω στο Μεσαίωνα, όπου ένας εξωγήινος έχει πέσει στη Γη. Ο εξωγήινος δεν είναι άλλος απ' τον πρώτο Sontaran στην ιστορία της σειράς, που προκειμένου να επιδιορθώσει το σκάφος του, απαγάγει τους επιστήμονες (ταξιδεύοντας προφανώς στον χρόνο) και προμηθεύει έναν πολεμοχαρή τοπικό άρχοντα με εξελιγμένα όπλα, για να εξασφαλίσει την συμβολή του κάστρου του στον σκοπό του. Φυσικά κάπου εκεί εμφανίζεται και ο Doctor, για να σταματήσει τον Sontaran, αλλά και τον πόλεμο που ξεσπάει μεταξύ των κάστρων της περιοχής.


Ωραίο twist στο “ιστορικό” επεισόδιο. Και για να πληθύνουν οι καινοτομίες, με την είσοδο της Sarah Jane Smith ως companion, η σειρά αποκτά και φεμινιστική χροιά. Οι ίδιοι οι παραγωγοί παραδέχονται ότι μέχρι τότε, οι θηλυκές σύντροφοι του Doctor εκτελούσαν χρέη “γλάστρας”, παίζοντας απλά το ρόλο της πριγκίπισσας που ο Doctor -ως άλλος Super Mario- θα έσωζε κάθε φορά απ' τα νύχια του “δράκου”. Με την SJS, αυτό αλλάζει. Είναι έξυπνη, αποφασιστική, και δεν διστάζει να πάρει πρωτοβουλία ή να αμφισβητήσει τα σχέδια του Doctor αν σκέφτεται εκείνη καλύτερα. Η μακαρίτισσα Elisabeth Sladen απολαυστική στο ρόλο της και θα σημαδέψει στη συνέχεια μια ολόκληρη εποχή στη σειρά.


Στα υπόλοιπα; Σίγουρα το Time Warrior δείχνει την ηλικία του και τα production values κάνουν μπαμ ότι είναι ~40 ετών (κι ας βοηθάει αρκετά το restoration στα επίσημα dvd), αλλά είναι πολύ διασκεδαστικό, με καλοπαιγμένους δεύτερους χαρακτήρες και μερικές απ' τις πιο εικονικές στιγμές στην ιστορία της σειράς (βλ τον Sontaran να βγάζει για πρώτη φορά το κράνος του). Με ξένισε λίγο η απουσία του sonic screwdriver, αλλά ο Jon Pertwee ξεπέρασε τις προσδοκίες μου στο ρόλο της 3ης ενσάρκωσης του Doctor (του οποίου ο πλανήτης ονοματίζεται εδώ επίσης για πρώτη φορά!). Γενικά, το Time Warrior δέχεται τις υψηλότερες συστάσεις μου, αν μη τι άλλο ως σημαντικό κομμάτι της μυθολογίας του Doctor Who.

(*) Αν δεν έχεις ιδέα τι είναι αυτός ο Doctor Who και είσαι fan του sci-fi ή/και της αγγλικής τηλεόρασης, α) ντροπή σου, β) αρχίζεις άμεσα την σειρά του 2005 και επιστρέφεις όταν την τελειώσεις.

Read more...

Love (2011)

>> Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011


Ελληνικός τίτλος: Αγάπη



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: William Eubank
Σενάριο: William Eubank
Παίζουν: Gunner Wright

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Sci-fi, μυστήριο, δράμα






Αστροναύτης που επανδρώνει τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό, χάνει την επαφή με τη Γη. Μόνος του, χωρίς επικοινωνία με άλλον άνθρωπο, μάχεται να μείνει ζωντανός και να κρατήσει τα λογικά του.


Το Love διαφημίστηκε με συγκρίσεις με το Moon και το 2001: A Space Odyssey. Παίρνει όντως στοιχεία και απ' τα δύο, αλλά νομίζω βρίσκεται θεματικά και τεχνικά πιο κοντά στο κλασικό αριστούργημα του Stanley Kubrick. Στην πραγματικότητα βέβαια, είναι μια αρκετά πιο lite εκδοχή του. Μοιράζεται τους αργούς του ρυθμούς και την οπτική-ηχητική τελειότητα, αλλά στερείται τους συμβολισμούς του, και κάπου χάνει το νόημα αυτών που θέλει να πει. Ξεκινάει ως ψυχογράφημα ενός ανθρώπου αποκομμένου από το υπόλοιπο είδος του και μεταφέρει θεσπέσια την απόγνωση και την μοναξιά του, με σκηνές έντασης αλλά και σουρεαλιστικές εικόνες για τα όνειρα και τις σκέψεις του. Εμβόλιμα κομμάτια από ζωές άλλων ανθρώπων, τονίζουν πόσο απρόβλεπτο μπορεί να είναι ένα ξένο περιβάλλον και πόσο περισσότερη προσπάθεια απαιτείται για την επιβίωση σ' αυτό. Όσο κι αν σε καλύπτει όμως στο δραματικό κομμάτι ή στο μυστήριο, το Love έχανε για μένα στο sci-fi. Αργούς ρυθμούς και φαινομενικά “ξεκάρφωτες” εικόνες είχε και το 2001, αλλά το μήνυμα που άφηνε στο τέλος ήταν ισχυρό. Εδώ, αν και εντυπωσιακό οπτικά, το ταξίδι του πρωταγωνιστή τελειώνει με μια σειρά από διαπιστώσεις, που προσωπικά δεν με έπεισαν για την σύνδεση της ταινίας με τον τίτλο της, αλλά με άφησαν να ξύνω το κεφάλι μου με απορία. Παρ' όλα αυτά, νιώθω ότι με μια δεύτερη θέαση, η εμπειρία θα ολοκληρωθεί, και ακόμα και στα σημεία που είναι ακατανόητο ή παραληρηματικό, με κράτησε σχετικά εύκολα. Βοήθησε πολύ σ' αυτό ο τεχνικός τομέας, καθώς μουσική και σκηνοθεσία ήταν πραγματικά αριστουργηματικά. Αν ήταν λίγο πιο προσεγμένο και το σενάριο του, θα μιλούσαμε για ένα sci-fi διαμάντι, ενώ τώρα το Love είναι απλά ένα έργο που είχε τα φόντα να πιάσει την κορυφή, αλλά δεν τα κατάφερε στα σημεία. Αργό αλλά οπτικά και ακουστικά πανέμορφο, θέλει προσπάθεια, υπομονή και σίγουρα και δεύτερη θέαση, αλλά νομίζω πως σε αποζημιώνει με το παραπάνω.


Read more...

Bridesmaids (2011)

>> Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011


Ελληνικός τίτλος: Φιλενάδες



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Paul Feig
Σενάριο: Kristen Wiig, Annie Mumolo
Παίζουν: Kristen Wiig, Maya Rudolph, Rose Byrne, Melissa McCarthy

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Κωμωδία





Κολλητή μέλλουσας νύφης, προσπαθεί να βάλει τη ζωή της σε έναν ίσιο δρόμο και ταυτόχρονα να βοηθήσει στον επερχόμενο γάμο, ως επικεφαλής της ομάδας των παρανύφων.


Μιας και συνοδεύτηκε κατά την έξοδο του στις αίθουσες με τον χαρακτηρισμό “το θηλυκό Hangover”, ας ξεκινήσω με τα κοινά επιτεύγματα των δύο ταινιών, για να καταλήξω εν τέλει ότι το Bridesmaids είναι κατά τη γνώμη μου, ανώτερη ταινία. Το Hangover μου άρεσε γιατί μέσα στην χοντράδα του, έδειξε σημάδια ευφυίας και έφερε ωραία twists σε ένα κουρασμένο είδος κωμωδίας. Αντίστοιχα twists, στην ρομαντική κωμωδία αυτή τη φορά, φέρνει και το Bridesmaids, χωρίς να επαναπροσδιορίζει το genre, αλλά με πολλές ευχάριστες εκπλήξεις. Σε θέμα πλοκής, οι δύο ταινίες δεν έχουν πολλά κοινά, με τον γάμο στο Hangover να είναι το έναυσμα για την ομώνυμη περιπέτεια, ενώ στο Bridesmaids τίποτα άλλο παρά άλλη μια στιγμή στη ζωή της ηρωίδας, και μια αφορμή για να γκρινιάξει για την ζωή της. Η Annie της Kristen Wiig, έχει ήδη ζήσει οικονομική, επιχειρηματική και ερωτική καταστροφή, και όσο μεγαλώνει, νιώθει όλο και περισσότερη μοναξιά και απογοήτευση. Κλισέ προφανώς και υπάρχουν, αλλά ακόμα και προβλέποντας πάνω-κάτω την πορεία της ηρωίδας, εκτιμάς μικρές στιγμές που δείχνουν μια προσπάθεια για αποφυγή τους. Καθώς και ότι παραδόξως, λειτουργεί εξαίσια και ως ενήλικη-“αντρική” κωμωδία, αλλά και ως ρομαντική κομεντί. Το cast είναι υπέροχο και μια σειρά από υποτιμημένες και χαρισματικές γυναίκες κωμικοί, αποδεικνύουν ότι ακόμα και το άξεστο χιούμορ, μπορεί να γίνει εξεζητημένο με την απαραίτητη δόση εξυπνάδας. Μπορεί 1-2 σκηνές να νιώθουν εκτός τόπου και 2-3 supporting χαρακτήρες να είναι ολίγον αποτυχημένοι, αλλά γενικά το Bridesmaids είναι ξεκαρδιστικό, και ταυτόχρονα γλυκό και αληθινό, κάτι που εκτιμάς πολύ περισσότερο όσο παραπάνω το βλέπεις. Η σφραγίδα της σχολής Apatow υπάρχει, αλλά το γυναικείο άγγιγμα απογειώνει την κωμωδία σε επίπεδα λατρείας.


Read more...

Bob le Flambeur (1956)

>> Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011


Ελληνικός τίτλος: Μπόμπ, ο τζογαδόρος



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Jean-Pierre Melville
Σενάριο: Jean-Pierre Melville, Auguste Le Breton
Παίζουν: Roger Duchesne, Daniel Cauchy, André Garet, Gérard Buhr

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Δράμα, heist





Μεσήλικας χαρτοπαίχτης βρίσκεται σε άμεση ανάγκη ρευστού, και παρά το ιστορικό του στις γαλλικές φυλακές, οργανώνει μεγάλη ληστεία σε καζίνο, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες που του υπαγορεύει ο εθισμός του. Το σχέδιο γίνεται πολύπλοκο όταν η αστυνομία -με τον αρχηγό της οποίας ο Bob έχει συνάψει μια ιδιαίτερη σχέση φιλίας- μαθαίνει το σκοπό του.


Όχι, noir δεν γύριζαν μόνο οι Αμερικάνοι. Ο Jean-Pierre Melville δείχνει εδώ για πρώτη φορά γιατί θεωρείται σημαντικός εκπρόσωπος του είδους στην δική μας πλευρά του Ατλαντικού, συνεργαζόμενος με τον Auguste Le Breton, έναν απ' τους πιο αγαπημένους στη χώρα του συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών, για μια ταινία που δικαίως κατέχει σήμερα τον χαρακτηρισμό του “κλασικού”. Ξεκίνησα το Bob le Flambeur περιμένοντας μια καθαρόαιμη heist ταινία, αλλά ακόμα κι αν και σ' αυτό το είδος στέκεται πολύ ψηλά, είναι τελικά σαν noir που διαπρέπει. Πιστό στον τίτλο του, δεν αφήνει σε καμία περίπτωση την ίδια τη ληστεία να επισκιάσει τον κεντρικό ήρωα, παρουσιάζοντας τον όχι μόνο σαν τον εγκέφαλο ενός εγκλήματος, αλλά μπαίνοντας στον “κόπο” να μας δείξει τη ζωή ενός αδιόρθωτου τζογαδόρου, που αναπνέει παρέα με τράπουλες και ζάρια. Ο Roger Duchesne φτιάχνει έναν εικονικό χαρακτήρα, οργανωμένο και καλόκαρδο, αλλά ταυτόχρονα πολύ επιρρεπή στο πάθος του και κατά βάθος, τραγικό. Η ατμόσφαιρα είναι εξαιρετική, και προσωπικά εξεπλάγην με το πόσο καλά δουλεύει το είδος έχοντας σαν φόντο τον γραφικό λόφο της Μονμάρτης και τα παριζιάνικα δρομάκια, αντί για τις μουντές αμερικάνικες πόλεις με τους ουρανοξύστες και το καυσαέριο. Αν πρέπει να γκρινιάξω οπωσδήποτε για κάτι, είναι αφενός το μοντάζ, το οποίο βρήκα πολλές φορές άγαρμπο. Σε αρκετά σημεία τα κοψίματα είναι τόσο απότομα, που νιώθεις ότι ο σκηνοθέτης από φόβο να μην υπάρξει “νεκρός” χρόνος, επέλεγε απλά να φύγει με ταχύτητας σφαίρας απ' την μια σκηνή στην άλλη. Αφετέρου, νομίζω ότι ενώ δίνει την ευκαιρία για μια γεύση απ' τα ήθη της εποχής, ο χαρακτήρας της Isabelle Corey έμεινε ανεκμετάλλευτος, και με τον τρόπο που αξιοποιήθηκε, η παρουσία της είναι τελικά λίγο “ξεκάρφωτη”. Παρόλα αυτά, το Bob le Flambeur είναι σαν σύνολο μια πολύ καλοφτιαγμένη ταινία, που συνδυάζει ένα όμορφα σχεδιασμένο heist, με δράμα και έξοχη noir ατμόσφαιρα.

Read more...

Thor (2011)

>> Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011




Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Kenneth Branagh
Σενάριο: Ashley Miller, Zack Stentz, Don Payne
Παίζουν: Chris Hemsworth, Natalie Portman, Tom Hiddleston, Anthony Hopkins, Stellan Skarsgård

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Superheroes, δράση, φαντασία





Θυμάσαι το Iron Man 2; Ναι, δεν μου είχε αρέσει. Για να ξεκινήσουμε, και το Thor πέφτει στην ίδια ακριβώς παγίδα μ' αυτό, να γίνει δηλαδή περισσότερο προπομπός (και διαφημιστικό σποτ) για τους Avengers που θα δούμε (/απολαύσουμε) το επόμενο καλοκαίρι, παρά μια αυτόνομη ταινία για έναν υπερήρωα του Marvel universe. Το πρόβλημα είναι, ότι ενώ το Iron Man 2 είχε ένα κάρο προβλήματα, είχε τουλάχιστον έναν χαρισματικό πρωταγωνιστή, που έβγαζε το φίδι απ' την τρύπα, και πρόσφερε απλόχερη διασκέδαση με την ερμηνεία του και μόνο. Τώρα, ο Chris Hemsworth δεν είναι ακριβώς Robert Downey Jr, και οι προσπάθειες των συντελεστών να κάνουν χιουμοριστική την ταινία, έμεναν σε σκηνές του στυλ χαχα-κοίτα-που-σκόνταψε-και-έπεσε-κάτω ή χαχα-κοίτα-τον-χοντρό-τύπο-που-τρώει-συνέχεια (aka χιούμορ νηπιαγωγείου). Αν και ευτυχώς το Thor δεν καταλήγει κι αυτό να είναι σαν παρωδία του εαυτού του, τα προβλήματά του είναι λίγο μεγαλύτερα.


Κατ' αρχάς, τα πάντα μοιάζουν παντελώς φτιαχτά, υπερβολικά και ψεύτικα, είτε μιλάμε για το ρομάντζο με την Natalie Portman (για την οποία οι σκηνοθετικές οδηγίες ήταν προφανώς “κάνε σαν χαζοχαρούμενο γυμνασιόπαιδο που του γυάλισε ένας συμμαθητής”), είτε για την ψευτο-majestic ατμόσφαιρα, με την σούπερ-δραματική μουσική και τα έντονα κοντινά πλάνα. Όντας επίσης εντελώς by-the-numbers, κάνει τον πρωταγωνιστή του, αλαζόνα αντι-ήρωα, βάζει δίπλα του ένα τσούρμο από πολυπολιτισμικά και σαχλοαστεία sidekicks, πίσω ένα τυπικό backstory έχθρας με μια άλλη φυλή και μπροστά μια πάλη για την εξουσία, ποτισμένη φυσικά με father issues. Και γύρω απ' αυτά, έχεις έναν Kenneth Branagh να παίζει με διαγώνια πλάνα, και να παραγγέλνει flamboyant ειδικά εφέ για να στολίσει την μυθική πόλη του Asgard. OK, σε αρκετά σημεία, ο οπτικός τομέας είναι όντως εξαιρετικός (βλέπε Destroyer). Και τα cameos για άλλη μια φορά είναι απολαυστικά. Και το τελευταίο 20λεπτο ήταν καλούλι. Τα υπόλοιπα όμως, sorry, αλλά δεν δούλεψαν καθόλου για μένα. Όλη η ταινία ξεπερνούσε προκλητικά τα νοητά μου σύνορα για το “κακόγουστο” και το “υπερβολικό”, και δεν ξέφυγε ούτε στο ελάχιστο απ' την κλασική ιστορία των περισσότερων απ' τις σύγχρονες υπερηρωικές ταινίες, ούτε και επιχείρησε να “πει” κάτι. Κάποιοι σίγουρα το βρίσκουν διασκεδαστικό για το είδος του, εγώ απέτυχα.


Read more...

Double Feature #2: A History of Violence (2005) & Eastern Promises (2007)

>> Κυριακή 21 Αυγούστου 2011



David Cronenberg πίσω απ' την κάμερα και Viggo Mortensen μπροστά απ' την κάμερα, και οι δύο σε μεγάλα κέφια. Περίπου 1,5 ώρα κάθε ταινία, και δένουν αρκετά ώστε να προσφέρονται για ωραιότατο double feature.

A History of Violence (2005)

Οικογενειάρχης λαμβάνει status ήρωα σε μικρή πόλη όταν εξολοθρεύει εγκληματίες που εισβάλλουν στο μαγαζί του. Η επίθεση όμως αυτή θα ταράξει τη ζωή του, ξεκινώντας απ' την πνευματική του ισορροπία και φτάνοντας μέχρι και τον τρόπο με τον οποίο τον βλέπει η οικογένειά του. Ίσως το History of Violence έχει απ' τους πιο περιεκτικούς τίτλους που έχω δει ποτέ, και ταυτόχρονα απ' τους πιο ειλικρινείς. Ξεκάθαρα κι απ' την πρώτη μόλις σκηνή, η ταινία ασχολείται με το φαινόμενο της βίας, όπως αυτή εκφράζεται σε διαφορετικά περιβάλλοντα και από διαφορετικά αίτια, αλλά και όπως την αντιμετωπίζουν ή επηρεάζονται απ' αυτήν, διαφορετικοί χαρακτήρες. Όσο ασχολείται αποκλειστικά μ' αυτό το θέμα, το κάνει εξαιρετικά, με πολύ ενδιαφέρουσα την αλλαγή της δυναμικής της οικογένειας του ήρωα, και βολικές ευκαιρίες για σκάλισμα στο παρελθόν του. Αν με έχασε με κάποιο τρόπο, ήταν όταν συμβιβάστηκε ο χαρακτήρας του -εξαιρετικού ερμηνευτικά- Viggo Mortensen μ' αυτό του το παρελθόν και πήρε πια εντελώς άλλη action-heavy τροπή. Ακόμα κι έτσι όμως, δόθηκε ευκαιρία να απολαύσουμε παραπάνω απ' την εντυπωσιακή σκηνοθεσία του David Cronenberg, ο οποίος διαλέγει σταθερά και βαθιά πλάνα, χωρίς έντονο μοντάζ ή απότομες κινήσεις της κάμερας, και παραδίδει πεντακάθαρη old-school δράση, ντυμένη απ' την ατμοσφαιρική μουσική του Howard Shore. Σίγουρα όχι αψεγάδιαστο, αλλά πανέμορφο οπτικά και με έξοχο ρυθμό, το History of Violence δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό το hype που το περιτριγυρίζει. 3,5/5


Eastern Promises (2007)

Νεαρά Ρωσίδα πεθαίνει στο Λονδίνο, καθώς φέρνει στον κόσμο το μωρό της. Το ημερολόγιό της πέφτει στα χέρια μιας νοσοκόμας, η οποία βάζοντας στόχο να βρει την οικογένειά της, μπλέκει με την ρώσικη μαφία, και τον οδηγό του “νονού”. Στιβαρό crime-drama, που μπορεί να μην εξετάζει τη μαφία στο βάθος που φτάνουν άλλες κλασικές γκανγκστερικές ταινίες, αλλά δεν το επιδιώκει κιόλας, δίνοντας βάση στους χαρακτήρες της Naomi Watts και του Viggo Mortensen, και χτίζοντας πάνω τους το δράμα. Μέσω αφήγησης απ' το ημερολόγιο ξετυλίγεται παράλληλα και η ιστορία της νεκρής κοπέλας, που δένει όμορφα με τα γεγονότα του παρόντος και δίνει μια ματιά στη ζωή των κοριτσιών που καταλήγουν στην αγκαλιά της μαφίας. Χωρίς φανφάρες ή υπερβολική δράση, ο Cronenberg στήνει καταπληκτική ατμόσφαιρα, με σεβασμό στην ρώσικη κουλτούρα αλλά και αποφεύγοντας να πέσει στην παγίδα της “αποθέωσης” της ζωής των παρανόμων. Ήρεμη, με τα κλασικά καθαρά κάδρα που λατρεύει ο Cronenberg (και εγώ :P), αλλά ταυτόχρονα όσο δυνατή και ώριμη χρειάζεται, μέσω ερμηνειών και διαλόγων. Εξαιρετικός ο Viggo Mortensen, πανέμορφη η μουσική του Howard Shore και εντυπωσιακή η φωτογραφία. Όποιος ψάχνει δράση θα απογοητευτεί, αλλά όποιος ψάχνει δράμα και ατμόσφαιρα, νομίζω θα γοητευτεί όσο κι εγώ. 4/5


Read more...

Watching Sidney Lumet – Part 1

>> Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011




Έχοντας δει -και λατρέψει- μόνο τα “βασικά” απ' τον μεγάλο αυτό σκηνοθέτη (12 Angry Men, Network, Dog Day Afternoon, Murder on the Orient Express κτλ), αποφάσισα φέτος να μπω λίγο πιο βαθιά στη φιλμογραφία του. Τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της εμπειρίας υπάρχουν παρακάτω, με σκέψεις για πέντε ταινίες του Lumet, και προοπτική για συνέχεια του “project” στο μέλλον.




The Anderson Tapes (1971)

Ο Duke Anderson βγαίνει μετά από 10 χρόνια απ' τη φυλακή, και αποφασίζει να ληστέψει μια πολυκατοικία. Βρίσκεται όμως υπό παρακολούθηση και η παραμικρή του κίνηση καταγράφεται σε ταινίες. Κρατάω ειδική θέση στην καρδιά μου για καλοφτιαγμένα heist/caper movies. Ο Sidney Lumet δεν απογοητεύει, και βάζει ακόμα μια ταινία στις λίστα με τις αγαπημένες μου ταινίες του είδους. Καλοστημένο το έγκλημα, με ελαφρύ χαρακτήρα αλλά καλογραμμένους διαλόγους. Έξυπνη η χρήση των flash-forwards, με τη δράση να διακόπτεται για να δούμε τα θύματα να περιγράφουν την εμπειρία τους στα αντίστοιχα σημεία της ληστείας. Ωραία καινοτομία επίσης και η παρακολούθηση, κι ας είναι ο ήχος σε μερικά σημεία περισσότερο cheesy από sci-fi των 40s, αλλά ίσως για κάποιους λίγο unrewarding η αποκάλυψη για το ποιος κρύβεται πίσω της. Εύκολα παρατηρείς σκηνοθετικές τεχνικές που τελειοποίησε αργότερα ο Lumet στο Dog Day Afternoon, το οποίο (όπως και τις υπόλοιπες “σοβαρές” ταινίες του σκηνοθέτη) το Anderson Tapes μπορεί να μην φτάνει σε ποιότητα, αλλά είναι αρκετά έξυπνο για να ικανοποιήσει τους λάτρεις του είδους και αρκετά ελαφρύ και διασκεδαστικό για να κρατήσει και τους υπόλοιπους. Αξίζει μια θέαση ακόμα και μόνο για την cultίλα της κατάξανθης χαίτης του νεαρού τότε Christopher Walken ή τον εξαιρετικό Sean Connery που κουβαλάει ακόμα λίγο απ' τον αέρα του James Bond. 3,5/5


Fail-Safe (1964)

Ένα τεχνικό σφάλμα κατά τη διάρκεια τυπικών κινήσεων των αεροπλάνων της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας, θα στείλει μια ομάδα βομβαρδιστικών με στόχο τη ρίψη πυρηνικών στη Μόσχα. Όταν η ανάκλησή τους κριθεί αδύνατη, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ επιχειρεί να πείσει τον Ρώσο ομόλογό του να μην ανταποδώσει την επίθεση. Στιβαρό πολιτικό θρίλερ με φόντο τον Ψυχρό Πόλεμο, που θυμίζει αρκετά σε concept τον Dr Strangelove του Kubrick, χωρίς φυσικά την σατιρική διάθεση και τον κωμικό χαρακτήρα. Κι όμως, οι δύο ταινίες (που μοιράζονται και την ίδια χρονολογία κυκλοφορίας!) είναι εξίσου αριστουργηματικές. Κοιτώντας την σοβαρή πλευρά μια τέτοιας ενδεχόμενης “πυρηνικής κρίσης”, ο Sidney Lumet φτιάχνει μια εξαιρετική ταινία που διαδραματίζεται πρακτικά μόλις σε τρία δωμάτια, καταφέρνοντας όμως ακόμα κι έτσι, να μεταφέρει στον θεατή το μέγεθος της κλίμακας του επεισοδίου. Η ιστορία που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, είναι κυριολεκτικά ένα nail-biting thriller, με άφθονο σασπένς, και όσο ένταση μπορούμε να φανταστούμε πως θα υπήρχε και στην πραγματικότητα κατά την διάρκεια ενός τόσο ισχυρού διπλωματικού επεισοδίου. Ταυτόχρονα όμως, το Fail-Safe δεν χάνει την ευκαιρία να μελετήσει την ψυχολογία των ανθρώπων που εμπλέκονται σε μια τέτοια κατάσταση, με κάποιους να προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν για να περάσουν την προσωπική τους ατζέντα, άλλους να καταρρέουν απ' την πίεση, άλλους να μένουν ψύχραιμοι και να ψάχνουν την ιδανική λύση και άλλους να βλέπουν πέρα από εθνικότητες και να προβάλλουν τους κοινούς παρονομαστές με τον “εχθρό”. Εντυπωσιακό το πεντάλεπτο μονόπλανο με τον Πρόεδρο και τον διερμηνέα, ακόμα εντυπωσιακότερο το φινάλε, και μια διάχυτη προσπάθεια για στήριξη ενός γνήσιου αντιπολεμικού μηνύματος, που τονίζει την αξία της ανθρώπινης ζωής, σε όποια πλευρά κι αν βρίσκεται. Έξοχο. 5/5


The Offence (1972)

Σκληροτράχηλος και “παλιός” ντετέκτιβ χάνει την ψυχραιμία του κατά την ανάκριση υπόπτου για αποπλάνηση ανηλίκων, και τον στέλνει στο νοσοκομείο με σοβαρά τραύματα. Ως μεταφορά θεατρικού έργου, η ταινία περιορίζεται σε λίγα σκηνικά, και αυτό την βοηθάει να ξεφύγει ελαφρά απ' το σωρό των αστυνομικών δραμάτων. Ξεχωρίζει βέβαια επίσης γιατί αδιαφορεί για το “αστυνομικό” κομμάτι, και αναλώνεται κατά κύριο λόγο στο ψυχογράφημα ενός ανθρώπου που αφενός θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο απ' τους εγκληματίες που κυνηγάει και ανακρίνει, αλλά αφετέρου επιχειρεί να δικαιολογήσει τις πράξεις -και τις σκέψεις- του, πρώτα σε ανωτέρους και έπειτα στον εαυτό του. Στο πρώτο 40λεπτο ο Lumet πειραματίζεται και η σκηνοθεσία του είναι ιδιαίτερα φαντεζί, γεμάτη slow-motion, θολούρα και διάσπαρτες εικόνες, κάτι που ενώ στην αρχή κουράζει, δένει τελικά όμορφα με τα κομμάτια που μένουν στην gritty ατμόσφαιρα που μας έχουν συνηθίσει τα 70s, και βοηθούν ίσως να εκτιμήσεις ακόμα περισσότερο τη συνέχεια. Τρία αριστουργηματικά tet-a-tet του Sean Connery, που βρίσκεται σε μια απ' τις καλύτερες ερμηνευτικές στιγμές της καριέρας του, απογειώνουν την ταινία, με ωμούς και ανατριχιαστικά ρεαλιστικούς διαλόγους και εντυπωσιακές supporting ερμηνείες, ειδικά απ' τον Ian Bannen. Ακόμα κι αν φαίνεται δύσκολη ή περίεργη η εισαγωγή του, το Offence είναι λουκούμι για τους fans των dialogue-heavy ταινιών, καθώς και ωραία σπουδή στην θεωρία ότι όλοι κρύβουμε βαθιά μέσα μας ένα τέρας, που ψάχνει ευκαιρίες να βγει στην επιφάνεια. 4/5


The Verdict (1982)

Έγκυος μένει φυτό κατά την εισαγωγή της στο νοσοκομείο, μετά από λάθος των αναισθησιολόγων. Την υπόθεση αναλαμβάνει δικηγόρος με κακό ιστορικό, που θέλοντας να αποδείξει την αξία του και αδιαφορώντας για τους κινδύνους, δεν δέχεται χρηματικό συμβιβασμό, αλλά πηγαίνει στο δικαστήριο. Η ταινία ξεκινάει ως τυπική ιστορία ενός ανθρώπου που αποφασίζει να τα βάλει μόνος του με το σύστημα, το οποίο στην προκείμενη περίπτωση αντιπροσωπεύουν μια ομάδα μεγαλοδικηγόρων, ένας προκατειλημμένος δικαστής και μάρτυρες που σιωπούν. Η δικαστική υπόθεση αυτή καθ' εαυτή φαντάζει υπερβολικά απλή και ίσως αρκετά δύσχρηστη για δίωρη ταινία. Κι όμως, αυτή η μικρή κλίμακα της ιστορίας είναι που εν τέλει επιτρέπει στο Verdict να αφοσιωθεί στους χαρακτήρες του και να μην περιμένει -όπως αρκετές ταινίες του είδους- να σωθεί την τελευταία στιγμή από συγκινήσεις και ανατροπές. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι δεν υπάρχουν και τέτοιες, απλά είναι τόσο όμορφα στημένη η ιστορία και τόσο καλός ο ρυθμός με τον οποίο ξετυλίγεται, που δεν τις αναζητάς για να βρεις ενδιαφέρον. Το σενάριο του David Mamet (τον οποίο προσωπικά εκτιμώ ιδιαίτερα για τις εξαιρετικές μεταφορές του) είναι καταπληκτικό και ο Sidney Lumet εξασφαλίζει με μαεστρία ότι οι ηθοποιοί θα το αποδώσουν όπως του αξίζει. Ιδιαίτερα εγκώμια αξίζει ο Paul Newman, που αποδίδει τον χαρακτήρα του με σωστές δόσεις παρεξηγημένης ιδιοφυΐας και ταλαιπωρημένου μεσήλικα που μάταια ψάχνει συγκίνηση στη ζωή του, άλλοτε ψύχραιμου και άλλοτε θερμόαιμου. Οι νύξεις για την διαφορετική ερμηνεία της έννοιας της δικαιοσύνης απ' τον κάθε άνθρωπο είναι εύστοχες και η ώρα περνάει νεράκι, με το Verdict να είναι εν τέλει απ' τις πιο καλοφτιαγμένες και ενδιαφέρουσες ταινίες που έχει να επιδείξει το είδος. 4,5/5


Deathtrap (1982)

Συγγραφέας θεατρικών θρίλερ μυστηρίου αδυνατεί να πλησιάσει το επίπεδο που είχε τα προηγούμενα χρόνια, με τα τελευταία έργα του να αποτυγχάνουν το ένα μετά το άλλο. Όταν ένας μαθητευόμενος του στέλνει το προσχέδιο ενός πολλά υποσχόμενου θρίλερ, αρχίζει να σκέφτεται μέχρι και το ενδεχόμενο να τον σκοτώσει για να το οικειοποιηθεί και να κάνει ξανά επιτυχία. Άρχισα την ταινία με χαμηλές προσδοκίες, αλλά στο βάθος του μυαλού μου (λόγω και της παρουσίας του Michael Caine σαν πρωταγωνιστή ίσως) είχα ελπίδες για ένα κωμικό crime-mystery που θα έφτανε στο επίπεδο του Sleuth (1972). Μπορεί το Deathtrap να μην έφτασε τελικά τόσο ψηλά, αλλά κατά την ταπεινή μου άποψη, πλησίασε αρκετά. Ως μεταφορά θεατρικού έργου στη μεγάλη οθόνη, η ιστορία διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο σε ένα σπίτι, και ο Lumet για άλλη μια φορά το εκμεταλλεύεται θαυμάσια, αξιοποιώντας τόσο τα πλεονεκτήματα που δίνει μια θεατρική σκηνή, όσο και τα “bonus” που μπορεί να προσφέρει ο κινηματογράφος. Μπορεί όμως η ευρηματική του σκηνοθεσία να προσθέτει αρκετούς πόντους στην ταινία, αλλά η πλοκή είναι εδώ το βασικό αξιοθέατο. Εντυπωσιακό στήσιμο για αρχή και συνεχόμενες ανατροπές, των οποίων την ύπαρξη για να προχωρήσει η ιστορία μπορεί να προβλέψεις, αλλά σίγουρα θα σε αφήσουν σε αρκετές στιγμές με το στόμα ανοιχτό. Ευκολιούλες υπάρχουν (ειδικά προς το τέλος), αλλά τις συγχωρείς εύκολα όταν συνοδεύονται από αριστοτεχνικό σασπένς και ένα κατά τα άλλα πολύ ευχάριστο και πολύπλοκο σενάριο. Εξαιρετικές ερμηνείες απ' το πρωταγωνιστικό δίδυμο, που απογειώνουν τους διαλόγους στις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, και μια υπέροχη meta αίσθηση καθ' όλη τη διάρκεια του έργου, που βάζει τα γυαλιά σε αυτό που πήγε να κάνει ο Wes Craven με τα Scream. Δεν πετυχαίνει παντού διάνα, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του το Deathtrap είναι έξυπνο και πολύ καλοφτιαγμένο. 4/5


To be Continued...

Read more...

  © Blogger templates Inspiration by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP