Double Feature #2: A History of Violence (2005) & Eastern Promises (2007)

>> Κυριακή 21 Αυγούστου 2011



David Cronenberg πίσω απ' την κάμερα και Viggo Mortensen μπροστά απ' την κάμερα, και οι δύο σε μεγάλα κέφια. Περίπου 1,5 ώρα κάθε ταινία, και δένουν αρκετά ώστε να προσφέρονται για ωραιότατο double feature.

A History of Violence (2005)

Οικογενειάρχης λαμβάνει status ήρωα σε μικρή πόλη όταν εξολοθρεύει εγκληματίες που εισβάλλουν στο μαγαζί του. Η επίθεση όμως αυτή θα ταράξει τη ζωή του, ξεκινώντας απ' την πνευματική του ισορροπία και φτάνοντας μέχρι και τον τρόπο με τον οποίο τον βλέπει η οικογένειά του. Ίσως το History of Violence έχει απ' τους πιο περιεκτικούς τίτλους που έχω δει ποτέ, και ταυτόχρονα απ' τους πιο ειλικρινείς. Ξεκάθαρα κι απ' την πρώτη μόλις σκηνή, η ταινία ασχολείται με το φαινόμενο της βίας, όπως αυτή εκφράζεται σε διαφορετικά περιβάλλοντα και από διαφορετικά αίτια, αλλά και όπως την αντιμετωπίζουν ή επηρεάζονται απ' αυτήν, διαφορετικοί χαρακτήρες. Όσο ασχολείται αποκλειστικά μ' αυτό το θέμα, το κάνει εξαιρετικά, με πολύ ενδιαφέρουσα την αλλαγή της δυναμικής της οικογένειας του ήρωα, και βολικές ευκαιρίες για σκάλισμα στο παρελθόν του. Αν με έχασε με κάποιο τρόπο, ήταν όταν συμβιβάστηκε ο χαρακτήρας του -εξαιρετικού ερμηνευτικά- Viggo Mortensen μ' αυτό του το παρελθόν και πήρε πια εντελώς άλλη action-heavy τροπή. Ακόμα κι έτσι όμως, δόθηκε ευκαιρία να απολαύσουμε παραπάνω απ' την εντυπωσιακή σκηνοθεσία του David Cronenberg, ο οποίος διαλέγει σταθερά και βαθιά πλάνα, χωρίς έντονο μοντάζ ή απότομες κινήσεις της κάμερας, και παραδίδει πεντακάθαρη old-school δράση, ντυμένη απ' την ατμοσφαιρική μουσική του Howard Shore. Σίγουρα όχι αψεγάδιαστο, αλλά πανέμορφο οπτικά και με έξοχο ρυθμό, το History of Violence δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό το hype που το περιτριγυρίζει. 3,5/5


Eastern Promises (2007)

Νεαρά Ρωσίδα πεθαίνει στο Λονδίνο, καθώς φέρνει στον κόσμο το μωρό της. Το ημερολόγιό της πέφτει στα χέρια μιας νοσοκόμας, η οποία βάζοντας στόχο να βρει την οικογένειά της, μπλέκει με την ρώσικη μαφία, και τον οδηγό του “νονού”. Στιβαρό crime-drama, που μπορεί να μην εξετάζει τη μαφία στο βάθος που φτάνουν άλλες κλασικές γκανγκστερικές ταινίες, αλλά δεν το επιδιώκει κιόλας, δίνοντας βάση στους χαρακτήρες της Naomi Watts και του Viggo Mortensen, και χτίζοντας πάνω τους το δράμα. Μέσω αφήγησης απ' το ημερολόγιο ξετυλίγεται παράλληλα και η ιστορία της νεκρής κοπέλας, που δένει όμορφα με τα γεγονότα του παρόντος και δίνει μια ματιά στη ζωή των κοριτσιών που καταλήγουν στην αγκαλιά της μαφίας. Χωρίς φανφάρες ή υπερβολική δράση, ο Cronenberg στήνει καταπληκτική ατμόσφαιρα, με σεβασμό στην ρώσικη κουλτούρα αλλά και αποφεύγοντας να πέσει στην παγίδα της “αποθέωσης” της ζωής των παρανόμων. Ήρεμη, με τα κλασικά καθαρά κάδρα που λατρεύει ο Cronenberg (και εγώ :P), αλλά ταυτόχρονα όσο δυνατή και ώριμη χρειάζεται, μέσω ερμηνειών και διαλόγων. Εξαιρετικός ο Viggo Mortensen, πανέμορφη η μουσική του Howard Shore και εντυπωσιακή η φωτογραφία. Όποιος ψάχνει δράση θα απογοητευτεί, αλλά όποιος ψάχνει δράμα και ατμόσφαιρα, νομίζω θα γοητευτεί όσο κι εγώ. 4/5


Read more...

Watching Sidney Lumet – Part 1

>> Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011




Έχοντας δει -και λατρέψει- μόνο τα “βασικά” απ' τον μεγάλο αυτό σκηνοθέτη (12 Angry Men, Network, Dog Day Afternoon, Murder on the Orient Express κτλ), αποφάσισα φέτος να μπω λίγο πιο βαθιά στη φιλμογραφία του. Τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της εμπειρίας υπάρχουν παρακάτω, με σκέψεις για πέντε ταινίες του Lumet, και προοπτική για συνέχεια του “project” στο μέλλον.




The Anderson Tapes (1971)

Ο Duke Anderson βγαίνει μετά από 10 χρόνια απ' τη φυλακή, και αποφασίζει να ληστέψει μια πολυκατοικία. Βρίσκεται όμως υπό παρακολούθηση και η παραμικρή του κίνηση καταγράφεται σε ταινίες. Κρατάω ειδική θέση στην καρδιά μου για καλοφτιαγμένα heist/caper movies. Ο Sidney Lumet δεν απογοητεύει, και βάζει ακόμα μια ταινία στις λίστα με τις αγαπημένες μου ταινίες του είδους. Καλοστημένο το έγκλημα, με ελαφρύ χαρακτήρα αλλά καλογραμμένους διαλόγους. Έξυπνη η χρήση των flash-forwards, με τη δράση να διακόπτεται για να δούμε τα θύματα να περιγράφουν την εμπειρία τους στα αντίστοιχα σημεία της ληστείας. Ωραία καινοτομία επίσης και η παρακολούθηση, κι ας είναι ο ήχος σε μερικά σημεία περισσότερο cheesy από sci-fi των 40s, αλλά ίσως για κάποιους λίγο unrewarding η αποκάλυψη για το ποιος κρύβεται πίσω της. Εύκολα παρατηρείς σκηνοθετικές τεχνικές που τελειοποίησε αργότερα ο Lumet στο Dog Day Afternoon, το οποίο (όπως και τις υπόλοιπες “σοβαρές” ταινίες του σκηνοθέτη) το Anderson Tapes μπορεί να μην φτάνει σε ποιότητα, αλλά είναι αρκετά έξυπνο για να ικανοποιήσει τους λάτρεις του είδους και αρκετά ελαφρύ και διασκεδαστικό για να κρατήσει και τους υπόλοιπους. Αξίζει μια θέαση ακόμα και μόνο για την cultίλα της κατάξανθης χαίτης του νεαρού τότε Christopher Walken ή τον εξαιρετικό Sean Connery που κουβαλάει ακόμα λίγο απ' τον αέρα του James Bond. 3,5/5


Fail-Safe (1964)

Ένα τεχνικό σφάλμα κατά τη διάρκεια τυπικών κινήσεων των αεροπλάνων της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας, θα στείλει μια ομάδα βομβαρδιστικών με στόχο τη ρίψη πυρηνικών στη Μόσχα. Όταν η ανάκλησή τους κριθεί αδύνατη, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ επιχειρεί να πείσει τον Ρώσο ομόλογό του να μην ανταποδώσει την επίθεση. Στιβαρό πολιτικό θρίλερ με φόντο τον Ψυχρό Πόλεμο, που θυμίζει αρκετά σε concept τον Dr Strangelove του Kubrick, χωρίς φυσικά την σατιρική διάθεση και τον κωμικό χαρακτήρα. Κι όμως, οι δύο ταινίες (που μοιράζονται και την ίδια χρονολογία κυκλοφορίας!) είναι εξίσου αριστουργηματικές. Κοιτώντας την σοβαρή πλευρά μια τέτοιας ενδεχόμενης “πυρηνικής κρίσης”, ο Sidney Lumet φτιάχνει μια εξαιρετική ταινία που διαδραματίζεται πρακτικά μόλις σε τρία δωμάτια, καταφέρνοντας όμως ακόμα κι έτσι, να μεταφέρει στον θεατή το μέγεθος της κλίμακας του επεισοδίου. Η ιστορία που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, είναι κυριολεκτικά ένα nail-biting thriller, με άφθονο σασπένς, και όσο ένταση μπορούμε να φανταστούμε πως θα υπήρχε και στην πραγματικότητα κατά την διάρκεια ενός τόσο ισχυρού διπλωματικού επεισοδίου. Ταυτόχρονα όμως, το Fail-Safe δεν χάνει την ευκαιρία να μελετήσει την ψυχολογία των ανθρώπων που εμπλέκονται σε μια τέτοια κατάσταση, με κάποιους να προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν για να περάσουν την προσωπική τους ατζέντα, άλλους να καταρρέουν απ' την πίεση, άλλους να μένουν ψύχραιμοι και να ψάχνουν την ιδανική λύση και άλλους να βλέπουν πέρα από εθνικότητες και να προβάλλουν τους κοινούς παρονομαστές με τον “εχθρό”. Εντυπωσιακό το πεντάλεπτο μονόπλανο με τον Πρόεδρο και τον διερμηνέα, ακόμα εντυπωσιακότερο το φινάλε, και μια διάχυτη προσπάθεια για στήριξη ενός γνήσιου αντιπολεμικού μηνύματος, που τονίζει την αξία της ανθρώπινης ζωής, σε όποια πλευρά κι αν βρίσκεται. Έξοχο. 5/5


The Offence (1972)

Σκληροτράχηλος και “παλιός” ντετέκτιβ χάνει την ψυχραιμία του κατά την ανάκριση υπόπτου για αποπλάνηση ανηλίκων, και τον στέλνει στο νοσοκομείο με σοβαρά τραύματα. Ως μεταφορά θεατρικού έργου, η ταινία περιορίζεται σε λίγα σκηνικά, και αυτό την βοηθάει να ξεφύγει ελαφρά απ' το σωρό των αστυνομικών δραμάτων. Ξεχωρίζει βέβαια επίσης γιατί αδιαφορεί για το “αστυνομικό” κομμάτι, και αναλώνεται κατά κύριο λόγο στο ψυχογράφημα ενός ανθρώπου που αφενός θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο απ' τους εγκληματίες που κυνηγάει και ανακρίνει, αλλά αφετέρου επιχειρεί να δικαιολογήσει τις πράξεις -και τις σκέψεις- του, πρώτα σε ανωτέρους και έπειτα στον εαυτό του. Στο πρώτο 40λεπτο ο Lumet πειραματίζεται και η σκηνοθεσία του είναι ιδιαίτερα φαντεζί, γεμάτη slow-motion, θολούρα και διάσπαρτες εικόνες, κάτι που ενώ στην αρχή κουράζει, δένει τελικά όμορφα με τα κομμάτια που μένουν στην gritty ατμόσφαιρα που μας έχουν συνηθίσει τα 70s, και βοηθούν ίσως να εκτιμήσεις ακόμα περισσότερο τη συνέχεια. Τρία αριστουργηματικά tet-a-tet του Sean Connery, που βρίσκεται σε μια απ' τις καλύτερες ερμηνευτικές στιγμές της καριέρας του, απογειώνουν την ταινία, με ωμούς και ανατριχιαστικά ρεαλιστικούς διαλόγους και εντυπωσιακές supporting ερμηνείες, ειδικά απ' τον Ian Bannen. Ακόμα κι αν φαίνεται δύσκολη ή περίεργη η εισαγωγή του, το Offence είναι λουκούμι για τους fans των dialogue-heavy ταινιών, καθώς και ωραία σπουδή στην θεωρία ότι όλοι κρύβουμε βαθιά μέσα μας ένα τέρας, που ψάχνει ευκαιρίες να βγει στην επιφάνεια. 4/5


The Verdict (1982)

Έγκυος μένει φυτό κατά την εισαγωγή της στο νοσοκομείο, μετά από λάθος των αναισθησιολόγων. Την υπόθεση αναλαμβάνει δικηγόρος με κακό ιστορικό, που θέλοντας να αποδείξει την αξία του και αδιαφορώντας για τους κινδύνους, δεν δέχεται χρηματικό συμβιβασμό, αλλά πηγαίνει στο δικαστήριο. Η ταινία ξεκινάει ως τυπική ιστορία ενός ανθρώπου που αποφασίζει να τα βάλει μόνος του με το σύστημα, το οποίο στην προκείμενη περίπτωση αντιπροσωπεύουν μια ομάδα μεγαλοδικηγόρων, ένας προκατειλημμένος δικαστής και μάρτυρες που σιωπούν. Η δικαστική υπόθεση αυτή καθ' εαυτή φαντάζει υπερβολικά απλή και ίσως αρκετά δύσχρηστη για δίωρη ταινία. Κι όμως, αυτή η μικρή κλίμακα της ιστορίας είναι που εν τέλει επιτρέπει στο Verdict να αφοσιωθεί στους χαρακτήρες του και να μην περιμένει -όπως αρκετές ταινίες του είδους- να σωθεί την τελευταία στιγμή από συγκινήσεις και ανατροπές. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι δεν υπάρχουν και τέτοιες, απλά είναι τόσο όμορφα στημένη η ιστορία και τόσο καλός ο ρυθμός με τον οποίο ξετυλίγεται, που δεν τις αναζητάς για να βρεις ενδιαφέρον. Το σενάριο του David Mamet (τον οποίο προσωπικά εκτιμώ ιδιαίτερα για τις εξαιρετικές μεταφορές του) είναι καταπληκτικό και ο Sidney Lumet εξασφαλίζει με μαεστρία ότι οι ηθοποιοί θα το αποδώσουν όπως του αξίζει. Ιδιαίτερα εγκώμια αξίζει ο Paul Newman, που αποδίδει τον χαρακτήρα του με σωστές δόσεις παρεξηγημένης ιδιοφυΐας και ταλαιπωρημένου μεσήλικα που μάταια ψάχνει συγκίνηση στη ζωή του, άλλοτε ψύχραιμου και άλλοτε θερμόαιμου. Οι νύξεις για την διαφορετική ερμηνεία της έννοιας της δικαιοσύνης απ' τον κάθε άνθρωπο είναι εύστοχες και η ώρα περνάει νεράκι, με το Verdict να είναι εν τέλει απ' τις πιο καλοφτιαγμένες και ενδιαφέρουσες ταινίες που έχει να επιδείξει το είδος. 4,5/5


Deathtrap (1982)

Συγγραφέας θεατρικών θρίλερ μυστηρίου αδυνατεί να πλησιάσει το επίπεδο που είχε τα προηγούμενα χρόνια, με τα τελευταία έργα του να αποτυγχάνουν το ένα μετά το άλλο. Όταν ένας μαθητευόμενος του στέλνει το προσχέδιο ενός πολλά υποσχόμενου θρίλερ, αρχίζει να σκέφτεται μέχρι και το ενδεχόμενο να τον σκοτώσει για να το οικειοποιηθεί και να κάνει ξανά επιτυχία. Άρχισα την ταινία με χαμηλές προσδοκίες, αλλά στο βάθος του μυαλού μου (λόγω και της παρουσίας του Michael Caine σαν πρωταγωνιστή ίσως) είχα ελπίδες για ένα κωμικό crime-mystery που θα έφτανε στο επίπεδο του Sleuth (1972). Μπορεί το Deathtrap να μην έφτασε τελικά τόσο ψηλά, αλλά κατά την ταπεινή μου άποψη, πλησίασε αρκετά. Ως μεταφορά θεατρικού έργου στη μεγάλη οθόνη, η ιστορία διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο σε ένα σπίτι, και ο Lumet για άλλη μια φορά το εκμεταλλεύεται θαυμάσια, αξιοποιώντας τόσο τα πλεονεκτήματα που δίνει μια θεατρική σκηνή, όσο και τα “bonus” που μπορεί να προσφέρει ο κινηματογράφος. Μπορεί όμως η ευρηματική του σκηνοθεσία να προσθέτει αρκετούς πόντους στην ταινία, αλλά η πλοκή είναι εδώ το βασικό αξιοθέατο. Εντυπωσιακό στήσιμο για αρχή και συνεχόμενες ανατροπές, των οποίων την ύπαρξη για να προχωρήσει η ιστορία μπορεί να προβλέψεις, αλλά σίγουρα θα σε αφήσουν σε αρκετές στιγμές με το στόμα ανοιχτό. Ευκολιούλες υπάρχουν (ειδικά προς το τέλος), αλλά τις συγχωρείς εύκολα όταν συνοδεύονται από αριστοτεχνικό σασπένς και ένα κατά τα άλλα πολύ ευχάριστο και πολύπλοκο σενάριο. Εξαιρετικές ερμηνείες απ' το πρωταγωνιστικό δίδυμο, που απογειώνουν τους διαλόγους στις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, και μια υπέροχη meta αίσθηση καθ' όλη τη διάρκεια του έργου, που βάζει τα γυαλιά σε αυτό που πήγε να κάνει ο Wes Craven με τα Scream. Δεν πετυχαίνει παντού διάνα, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του το Deathtrap είναι έξυπνο και πολύ καλοφτιαγμένο. 4/5


To be Continued...

Read more...

Harry Potter and the Deathly Hallows: Part 2 (2011)

>> Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011



Τι ψάχνεις από το κλείσιμο μιας εποχής; Χαρά; Συγκίνηση; Λύτρωση; Η J.K. Rowling μας έλεγε όλο και περισσότερο όσο πιο βαθιά έμπαινε στη σειρά του Harry Potter, ότι σε σκοτεινές εποχές, μπορείς -και οφείλεις- να στηριχτείς στους φίλους σου. Με άκρως εντυπωσιακό τρόπο οι Kloves και Yates βάζουν για το φινάλε αυτούς τους φίλους στο προσκήνιο, αναγνωρίζοντας ποιοι ήταν οι αφανείς ήρωες και έχοντας ευκαιρία και χρόνο αυτή τη φορά να διορθώσουν παραλείψεις του παρελθόντος και να κλείσουν παραπάνω από ικανοποιητικά πολλά sub-plots. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι μπαίνει σε δεύτερη μοίρα η κεντρική ιστορία, και στο τελευταίο μέρος της σειράς έχει γίνει μάλλον και η καλύτερη δουλειά στην μεταφορά της βασικής πλοκής. Εξαιρετικά πιστό -μέχρι και στα πιο αδύναμα κομμάτια του βιβλίου-, αλλά και με σωστές δόσεις από στυλιστικές και σεναριακές ελευθερίες, που δουλεύουν πολύ όμορφα και συμβάλλουν στην δυνατή ανάπτυξη των χαρακτήρων.


Το 2ο μέρος του Deathly Hallows είναι φυσικά γεμάτο δράση, όμως δεν είναι οι εντυπωσιακές χορογραφίες και τα φαντεζί πλάνα στις μάχες που σου μένουν. Με κυρίαρχο θέμα τον αλτρουισμό και την ευγνωμοσύνη του ήρωα για την αυταπάρνηση που έδειξαν οι γύρω του, η ταινία είναι ένας άκρως συγκινητικός ύμνος στην υπέρτατη πράξη ηρωισμού, την θυσία. Γιατί τι άλλο είναι η αγάπη λέει η Rowling, αν όχι η αποδοχή της ανάγκης για απώλεια της δικής σου ζωής, αν αυτή θα σώσει χιλιάδες άλλες ψυχές; Ο David Yates ξεπερνάει τον εαυτό του σκηνοθετώντας με μαεστρία την αποδοχή αυτή από μεριάς του Harry Potter -αλλά φυσικά και του Severus Snape-, με μαγευτικά ήρεμα πλάνα, που σε βγάζουν στιγμιαία εκτός της δράσης, και βάζουν ψυχή και συναίσθημα στον αγώνα αυτόν για την επικράτηση έναντι του κακού. Σημάδι της επιτυχίας του, η συχνότητα που θα νιώθεις τα μάτια σου να βουρκώνουν, ακόμα και σε 1-2 γραμμές διαλόγου, ή μερικές νότες από το εκπληκτικό soundtrack του Alexandre Desplat. Φοβερά φορτισμένη η ταινία σε πάνω απ' τη μισή της διάρκεια, και πάντα χωρίς να χρειάζεται να ρίξει βαρύγδουπες ατάκες ή να αρμέξει στο μελόδραμα τους θανάτους οικείων προσώπων για να το πετύχει. Δεν είναι εντελώς αψεγάδιαστο, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι και το τέλειο κλείσιμο ενός franchise που, όπως πολύ ωραία έθεσε ο Dark Tyler, έφτασε να είναι πολύ καλύτερο απ' όσο είχε ανάγκη να είναι.


Πανέμορφο και άκρως συγκινητικό, είναι στα αλήθεια το Τέλος μια Εποχής. Ευχαριστούμε Steve Kloves. Ευχαριστούμε David Yates. Ευχαριστούμε Joanne K Rowling.


Read more...

Ranking Harry Potter

>> Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011


Θεωρώ μεγάλη τύχη που μεγάλωσα ταυτόχρονα με τα βιβλία του Harry Potter, που στιγμάτισαν την παιδική μου ηλικία και (μαζί με το Age of Empires) με ανάγκασαν να μάθω αγγλικά για να μην περιμένω τις μεταφράσεις. Δεν κατάφερα να δω όλες τις ταινίες στον κινηματογράφο, αλλά θυμάμαι με νοσταλγία και εκείνα τα νοικιασμένα dvds με τα οποία καιγόμουν κάποια (μακρινά;) βράδια Παρασκευής. Με το πολυαναμενόμενο τελευταίο μέρος των περιπετειών του νεαρού μάγου να ανοίγει στις σκοτεινές αίθουσες τις επόμενες μέρες, βρήκα αφορμή να κάνω τον “μαραθώνιο” που ανέβαλα συνεχώς εδώ και πολλούς μήνες. Ακολουθούν μερικές σκέψεις για κάθε ταινία ξεχωριστά και στο τέλος μια υποτυπώδης σειρά προτίμησης. Περιέχονται φυσικά spoilers, και be warned για παρουσία υπέρμετρων επιθέτων από ένα ενθουσιώδες fanboy.

Read more...

X-Men: First Class (2011)

>> Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011


Ελληνικός τίτλος: X-Men: Η Πρώτη Γενιά



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Matthew Vaughn
Σενάριο: Matthew Vaughn, Jane Goldman, Ashley Miller, Zack Stentz
Παίζουν: James McAvoy, Michael Fassbender, Kevin Bacon, Rose Byrne, Jennifer Lawrence, January Jones

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Superheroes, δράση



Prequel των προηγούμενων ταινιών της σειράς, το X-Men: First Class ακολουθεί τους πρώτους μεταλλαγμένους στα 60s, όπου εν μέσω Ψυχρού Πολέμου στήνεται η Ακαδημία του Charles Xavier με σκοπό να απωθηθεί ο κίνδυνος του Sebastian Shaw και να αποτραπεί ο Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος.


Οι παρακάτω σκέψεις μου θα μπορούσαν να έχουν και τον τίτλο “Γιατί είναι θεός ο Matthew Vaugh;”. Είμαι γνωστό fanboy του τύπου και μετά το περσινό Kick-Ass ήμουν σίγουρος ότι είναι παραπάνω από ικανός να μεταφέρει ακόμα και πολύ πιο σοβαρό comic στη μεγάλη οθόνη. Σεβόμενος το original υλικό, αλλά διανθίζοντάς του με το προσωπικό του κινηματογραφικό στυλ, κάνει αυτό που λίγες ταινίες με υπερήρωες έχουν καταφέρει: αφοσιώνεται κατά κύριο λόγο στους χαρακτήρες και βάζει τη δράση σε δεύτερη μοίρα. Οι X-Men είναι για αυτόν πρώτα άνθρωποι που έχουν να αντιμετωπίσουν σκληρότητα και απόρριψη, και παλεύουν μέσα τους για το αν αξίζει να χρησιμοποιήσουν τις ικανότητές τους για να σώσουν ένα “κατώτερο” είδος ή απλά να το εκδικηθούν παίρνοντας την εξουσία. Αποκορύφωμα αυτής της εσωτερικής πάλης ο Magneto (που υποδύεται εξαιρετικά ο Michael Fassbender), που έχει αφενός ένα σκληρό παρελθόν να τον στοιχειώνει αλλά και τον νέο φίλο του Xavier, να τονίζει ότι οι μεταλλαγμένοι οφείλουν να συνυπάρχουν αρμονικά με το ανθρώπινο γένος. Εντυπωσιακή η ανάπτυξη των χαρακτήρων που καταλήγει να δένει πολύ όμορφα με τους ήρωες που γνωρίσαμε στις προηγούμενες ταινίες X-Men του παρελθόντος. Όσο κι αν δίνει βάση στην “ψυχή” του όμως, ως καλοκαιρινό blockbuster το X-Men: First Class δεν στερείται της δράσης, και παραδίδει έξοχα οπτικά και ηχητικά εφέ και καλογυρισμένες σεκάνς υπερηρωικών μαχών, με σκηνοθεσία που αποφεύγει με μαεστρία το cheesiness των 60s, κλείνοντας παράλληλα το μάτι στις αγαπημένες σύγχρονες ταινίες του James Bond.


Το X-Men: First Class δεν είναι μια κοινή superhero movie. Ξεκολλάει απ' τη μετριότητα των origin ιστοριών, είναι δυνατό, όμορφο και διασκεδαστικό, και ανταμείβει την FOX που μετά από τα δύο προηγούμενα εκτρώματα της σειράς X-Men, δίνει άλλη μια ευκαιρία στους μεταλλαγμένους να δείξουν τι αξίζουν. Ε ναι, και καταλήγει να είναι μια απ' τις καλύτερες μεταφορές comic στη μεγάλη οθόνη, προσφέροντας fan service στους φίλους των χάρτινων ηρώων, αλλά και αρκετή δράση και συναίσθημα για να συγκινήσει οποιονδήποτε θεατή.


Read more...

The Hangover: Part II (2011)

>> Τρίτη 21 Ιουνίου 2011




Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Todd Phillips
Σενάριο: Todd Phillips, Craig Mazin, Scot Armstrong
Παίζουν: Bradley Cooper, Ed Helms, Zach Galifianakis, Ken Jeong

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Κωμωδία




Ο Stu παντρεύεται στην Ταϊλάνδη και είναι η σειρά της Bangkok να δεχτεί την παρέα στις αφιλόξενες αγκάλες της, και να τους ταλαιπωρήσει μετά από άλλο ένα hangover.


Αγαπητέ Todd Phillips, αυτή η ταινία είναι τόσο, μα ΤΟΣΟ λάθος. Το The Hangover του 2009 μου άρεσε πολύ, αφού εκμεταλλευόταν όμορφα ακόμα και κλισέ που έχουμε ξαναδεί σε πολλές κωμωδίες, και με τον αέρα του μυστηρίου-της-προηγούμενης-νύχτας έδινε τον παρεΐστικο τόνο και το άφθονο γέλιο που έλειπε από την σύγχρονη αμερικάνικη buddy comedy. Το sequel δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια τεράστια αρπαχτή. Ακολουθώντας πιστά την πορεία της πρώτης ταινίας, οι ήρωες ζουν ακριβώς τα ίδια πράγματα που έζησαν στο Las Vegas, απλά στην Bangkok. Εντάξει, όχι ακριβώς τα ίδια έτσι Todd Phillips; Το ρόλο του μωρού παίζει εδώ η μαϊμού, δεν έχουμε απώλεια δοντιού αλλά τατουάζ, ο χαμένος είναι ο αδερφός της νύφης και όχι ο γαμπρός κοκ. Και φυσικά πώς αλλιώς να πεις ότι παίρνεις “ρίσκο” αν όχι κάνοντας την ταινία όσο πιο πρόστυχη, βίαιη και adult-friendly μπορείς;


Οι περιπέτειες των ηρώων είναι αυτή τη φορά πολύ πιο βάρβαρες, κάτι που δυστυχώς δεν τις κάνει και πιο αστείες. Και φυσικά τα throwbacks στην πρώτη ταινία δεν είναι αγαπητέ Todd Philips “κλείσιμο ματιού”, είναι φτηνή προσπάθεια για άρμεγμα μιας καλύτερης ταινίας όταν δεν έχεις καινούριο σενάριο. Την κατάσταση σώζει οριακά ο Zach Galifianakis, ακόμα κι αυτός όμως κάνει θεσπέσια κωμωδία μόνο όταν δεν ανοίγει το στόμα του για να ξεστομίσει της στεγνές και άχρωμες ατάκες που του έχουν γράψει. Εξαιρετικός επίσης ο Ken Jeong, αλλά δυστυχώς το τεράστιο ταλέντο του μένει πλήρως ανεκμετάλλευτο. Και ξέρεις τι άλλο μένει ανεκμετάλλευτο; Η ίδια η Bangkok. Ακούς συνέχεια απ' τους χαρακτήρες για το πόσο εύκολα “καταπίνει” κόσμο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα δεις τους ήρωες να έχουν πρόβλημα με τη γλώσσα, τη μεταφορά ή τα χρήματα. Ποια η διαφορά λοιπόν αυτής της “αφιλόξενης” πόλης απ' το Las Vegas; Η όψη της; Δεν νομίζω Todd.


Εν κατακλείδι, αν πρέπει να βρεις κάτι καλό για την ταινία, θα μιλήσεις για την πολύ καλή φωτογραφία της και την ξεκαρδιστική μαϊμού που κλέβει εύκολα την παράσταση. Κατά τα άλλα, μια κουρασμένη ήδη φόρμουλα, που δεν ξεκολλάει στιγμή απ' την “ασφαλή ζώνη”, φοβούμενη μην τυχόν και διώξει τους πιστούς φίλους της πρώτης ταινίας.


Read more...

Kung Fu Panda 2 (2011) [3D]

>> Σάββατο 4 Ιουνίου 2011




Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Jennifer Yuh
Σενάριο: Jonathan Aibel, Glenn Berger
Παίζουν: Jack Black, Angelina Jolie, Dustin Hoffman, Gary Oldman

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Animation, περιπέτεια





Ο Πο το συμπαθέστατο panda, και οι πέντε σύντροφοί του, έρχονται αντιμέτωποι με ένα σατανικό παγόνι, που οπλισμένο με πυρίτιδα, έρχεται να κατακτήσει την Κίνα και να καταστρέψει την τέχνη του kung fu.

Το πρώτο Kung Fu Panda ήταν μια πνοή φρέσκου αέρα για τη φιλμογραφία της Dreamworks, ξεφεύγοντας απ' την εμμονή με τις pop-culture αναφορές και τις μέτριες ιστορίες, και δείχνοντας για πρώτη φορά (συνεχίζοντας με το περσινό How To Train Your Dragon), ότι η εταιρία μπορεί αν θέλει να φτάσει σιγά σιγά την Pixar σε ποιότητα. Το στοίχημα της δεύτερης ταινίας, ήταν να μην είναι άλλη μια αρπαχτή στο επίπεδο των sequels του Shrek, αλλά να μπορεί να σταθεί στο ύψος του προκατόχου της. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, όχι μόνο κατάφερε να το φτάσει, αλλά το ξεπέρασε κιόλας.


Όπως επιτάσσει η βίβλος των sequels, πρέπει πάντοτε η δεύτερη ταινία να ψαχουλεύει το προσωπικό παρελθόν του πρωταγωνιστή. Και ενώ το Kung Fu Panda σε μάθαινε ότι ο καθένας φτιάχνει μόνος του το πεπρωμένο του, η συνέχεια καλεί τον ήρωα να δεχτεί το παρελθόν του ως κάτι που δεν μπορεί να αλλάξει, και μη μένοντας προσκολλημένος εκεί, να προχωρήσει παρακάτω. Το ταξίδι προς τη λύτρωση για άλλη μια φορά περιλαμβάνει εντυπωσιακές σκηνές μάχης και χαριτωμένα ζώα, ενώ αυτή τη φορά γίνεται εξαιρετική χρήση της ασιατικής κουλτούρας, με έξοχη ατμόσφαιρα και ωραίες ανατολίτικες πινελιές. Το πόνημα της Dreamworks είναι σίγουρα χάρμα οφθαλμών, παρουσιάζοντας το ομορφότερο animation που έχεις δει μέχρι σήμερα, με κίνηση του νερού και υφές που κόβουν την ανάσα. Το χιούμορ μπορεί να κυμαίνεται κατά κύριο λόγο σε παιδικό επίπεδο, αλλά και τα μεγαλύτερα “παιδιά” θα διασκεδάσουν αφάνταστα, αλλά και θα συγκινηθούν στις πιο φορτισμένες σκηνές και θα απολαύσουν την εξαιρετική μουσική των μεγάλων Hans Zimmer και John Powell.


Εν κατακλείδι, μπορεί αυτή τη φορά η Dreamworks να μην παραδίδει άλλο ένα How to Train Your Dragon, αλλά φτάνει αρκετά κοντά. Με εξαιρετικές σκηνοθετικές στιγμές και αποφυγή κλασικών λαθών του παρελθόντος, το Kung Fu Panda 2 καταφέρνει να κάνει πολύ ενδιαφέρουσα μια κλισέ ιστορία και να καταπιαστεί με το θέμα “παράδοση vs εκσυγχρονισμός” χωρίς να σε φορτώνει με χιλιοειπωμένα νοήματα. Εντυπωσιακό οπτικά, γρήγορο και διασκεδαστικό, σε κάνει να θέλεις άμεσα και δεύτερο sequel, όποιας ηλικίας “παιδί” κι αν είσαι.


Το 3D: Πολύ καλή η χρήση της τρίτης διάστασης, με εμφανές βάθος καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας και αρκετά αντικείμενα να εκσφενδονίζονται προς το μέρος του θεατή. Αποκορύφωμα η σκηνή της τελικής μάχης, όπου νιώθεις ότι η αίθουσα έχει πάρει φωτιά, αλλά και σκηνές με νερό/χιόνι/ηλιαχτίδες που φαίνονται πανέμορφες. Δυστυχώς η ταινία είναι σκοτεινή σε μεγάλο μέρος της, οπότε σε αίθουσες που τσιγκουνεύονται τις λάμπες των προβολέων, ίσως υπάρξει πρόβλημα μιας και τα γυαλιά είναι ούτως ή άλλως σκούρα. Δεν θα σου αλλάξει γνώμη αν δεν σε εντυπωσιάζει γενικά το 3D, αλλά προσωπικά δεν το μετάνιωσα καθόλου.

Read more...

  © Blogger templates Inspiration by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP