Double Feature #2: A History of Violence (2005) & Eastern Promises (2007)

>> Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011



David Cronenberg πίσω απ' την κάμερα και Viggo Mortensen μπροστά απ' την κάμερα, και οι δύο σε μεγάλα κέφια. Περίπου 1,5 ώρα κάθε ταινία, και δένουν αρκετά ώστε να προσφέρονται για ωραιότατο double feature.

A History of Violence (2005)

Οικογενειάρχης λαμβάνει status ήρωα σε μικρή πόλη όταν εξολοθρεύει εγκληματίες που εισβάλλουν στο μαγαζί του. Η επίθεση όμως αυτή θα ταράξει τη ζωή του, ξεκινώντας απ' την πνευματική του ισορροπία και φτάνοντας μέχρι και τον τρόπο με τον οποίο τον βλέπει η οικογένειά του. Ίσως το History of Violence έχει απ' τους πιο περιεκτικούς τίτλους που έχω δει ποτέ, και ταυτόχρονα απ' τους πιο ειλικρινείς. Ξεκάθαρα κι απ' την πρώτη μόλις σκηνή, η ταινία ασχολείται με το φαινόμενο της βίας, όπως αυτή εκφράζεται σε διαφορετικά περιβάλλοντα και από διαφορετικά αίτια, αλλά και όπως την αντιμετωπίζουν ή επηρεάζονται απ' αυτήν, διαφορετικοί χαρακτήρες. Όσο ασχολείται αποκλειστικά μ' αυτό το θέμα, το κάνει εξαιρετικά, με πολύ ενδιαφέρουσα την αλλαγή της δυναμικής της οικογένειας του ήρωα, και βολικές ευκαιρίες για σκάλισμα στο παρελθόν του. Αν με έχασε με κάποιο τρόπο, ήταν όταν συμβιβάστηκε ο χαρακτήρας του -εξαιρετικού ερμηνευτικά- Viggo Mortensen μ' αυτό του το παρελθόν και πήρε πια εντελώς άλλη action-heavy τροπή. Ακόμα κι έτσι όμως, δόθηκε ευκαιρία να απολαύσουμε παραπάνω απ' την εντυπωσιακή σκηνοθεσία του David Cronenberg, ο οποίος διαλέγει σταθερά και βαθιά πλάνα, χωρίς έντονο μοντάζ ή απότομες κινήσεις της κάμερας, και παραδίδει πεντακάθαρη old-school δράση, ντυμένη απ' την ατμοσφαιρική μουσική του Howard Shore. Σίγουρα όχι αψεγάδιαστο, αλλά πανέμορφο οπτικά και με έξοχο ρυθμό, το History of Violence δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό το hype που το περιτριγυρίζει. 3,5/5


Eastern Promises (2007)

Νεαρά Ρωσίδα πεθαίνει στο Λονδίνο, καθώς φέρνει στον κόσμο το μωρό της. Το ημερολόγιό της πέφτει στα χέρια μιας νοσοκόμας, η οποία βάζοντας στόχο να βρει την οικογένειά της, μπλέκει με την ρώσικη μαφία, και τον οδηγό του “νονού”. Στιβαρό crime-drama, που μπορεί να μην εξετάζει τη μαφία στο βάθος που φτάνουν άλλες κλασικές γκανγκστερικές ταινίες, αλλά δεν το επιδιώκει κιόλας, δίνοντας βάση στους χαρακτήρες της Naomi Watts και του Viggo Mortensen, και χτίζοντας πάνω τους το δράμα. Μέσω αφήγησης απ' το ημερολόγιο ξετυλίγεται παράλληλα και η ιστορία της νεκρής κοπέλας, που δένει όμορφα με τα γεγονότα του παρόντος και δίνει μια ματιά στη ζωή των κοριτσιών που καταλήγουν στην αγκαλιά της μαφίας. Χωρίς φανφάρες ή υπερβολική δράση, ο Cronenberg στήνει καταπληκτική ατμόσφαιρα, με σεβασμό στην ρώσικη κουλτούρα αλλά και αποφεύγοντας να πέσει στην παγίδα της “αποθέωσης” της ζωής των παρανόμων. Ήρεμη, με τα κλασικά καθαρά κάδρα που λατρεύει ο Cronenberg (και εγώ :P), αλλά ταυτόχρονα όσο δυνατή και ώριμη χρειάζεται, μέσω ερμηνειών και διαλόγων. Εξαιρετικός ο Viggo Mortensen, πανέμορφη η μουσική του Howard Shore και εντυπωσιακή η φωτογραφία. Όποιος ψάχνει δράση θα απογοητευτεί, αλλά όποιος ψάχνει δράμα και ατμόσφαιρα, νομίζω θα γοητευτεί όσο κι εγώ. 4/5


Read more...

Watching Sidney Lumet – Part 1

>> Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011




Έχοντας δει -και λατρέψει- μόνο τα “βασικά” απ' τον μεγάλο αυτό σκηνοθέτη (12 Angry Men, Network, Dog Day Afternoon, Murder on the Orient Express κτλ), αποφάσισα φέτος να μπω λίγο πιο βαθιά στη φιλμογραφία του. Τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της εμπειρίας υπάρχουν παρακάτω, με σκέψεις για πέντε ταινίες του Lumet, και προοπτική για συνέχεια του “project” στο μέλλον.




The Anderson Tapes (1971)

Ο Duke Anderson βγαίνει μετά από 10 χρόνια απ' τη φυλακή, και αποφασίζει να ληστέψει μια πολυκατοικία. Βρίσκεται όμως υπό παρακολούθηση και η παραμικρή του κίνηση καταγράφεται σε ταινίες. Κρατάω ειδική θέση στην καρδιά μου για καλοφτιαγμένα heist/caper movies. Ο Sidney Lumet δεν απογοητεύει, και βάζει ακόμα μια ταινία στις λίστα με τις αγαπημένες μου ταινίες του είδους. Καλοστημένο το έγκλημα, με ελαφρύ χαρακτήρα αλλά καλογραμμένους διαλόγους. Έξυπνη η χρήση των flash-forwards, με τη δράση να διακόπτεται για να δούμε τα θύματα να περιγράφουν την εμπειρία τους στα αντίστοιχα σημεία της ληστείας. Ωραία καινοτομία επίσης και η παρακολούθηση, κι ας είναι ο ήχος σε μερικά σημεία περισσότερο cheesy από sci-fi των 40s, αλλά ίσως για κάποιους λίγο unrewarding η αποκάλυψη για το ποιος κρύβεται πίσω της. Εύκολα παρατηρείς σκηνοθετικές τεχνικές που τελειοποίησε αργότερα ο Lumet στο Dog Day Afternoon, το οποίο (όπως και τις υπόλοιπες “σοβαρές” ταινίες του σκηνοθέτη) το Anderson Tapes μπορεί να μην φτάνει σε ποιότητα, αλλά είναι αρκετά έξυπνο για να ικανοποιήσει τους λάτρεις του είδους και αρκετά ελαφρύ και διασκεδαστικό για να κρατήσει και τους υπόλοιπους. Αξίζει μια θέαση ακόμα και μόνο για την cultίλα της κατάξανθης χαίτης του νεαρού τότε Christopher Walken ή τον εξαιρετικό Sean Connery που κουβαλάει ακόμα λίγο απ' τον αέρα του James Bond. 3,5/5


Fail-Safe (1964)

Ένα τεχνικό σφάλμα κατά τη διάρκεια τυπικών κινήσεων των αεροπλάνων της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας, θα στείλει μια ομάδα βομβαρδιστικών με στόχο τη ρίψη πυρηνικών στη Μόσχα. Όταν η ανάκλησή τους κριθεί αδύνατη, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ επιχειρεί να πείσει τον Ρώσο ομόλογό του να μην ανταποδώσει την επίθεση. Στιβαρό πολιτικό θρίλερ με φόντο τον Ψυχρό Πόλεμο, που θυμίζει αρκετά σε concept τον Dr Strangelove του Kubrick, χωρίς φυσικά την σατιρική διάθεση και τον κωμικό χαρακτήρα. Κι όμως, οι δύο ταινίες (που μοιράζονται και την ίδια χρονολογία κυκλοφορίας!) είναι εξίσου αριστουργηματικές. Κοιτώντας την σοβαρή πλευρά μια τέτοιας ενδεχόμενης “πυρηνικής κρίσης”, ο Sidney Lumet φτιάχνει μια εξαιρετική ταινία που διαδραματίζεται πρακτικά μόλις σε τρία δωμάτια, καταφέρνοντας όμως ακόμα κι έτσι, να μεταφέρει στον θεατή το μέγεθος της κλίμακας του επεισοδίου. Η ιστορία που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, είναι κυριολεκτικά ένα nail-biting thriller, με άφθονο σασπένς, και όσο ένταση μπορούμε να φανταστούμε πως θα υπήρχε και στην πραγματικότητα κατά την διάρκεια ενός τόσο ισχυρού διπλωματικού επεισοδίου. Ταυτόχρονα όμως, το Fail-Safe δεν χάνει την ευκαιρία να μελετήσει την ψυχολογία των ανθρώπων που εμπλέκονται σε μια τέτοια κατάσταση, με κάποιους να προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν για να περάσουν την προσωπική τους ατζέντα, άλλους να καταρρέουν απ' την πίεση, άλλους να μένουν ψύχραιμοι και να ψάχνουν την ιδανική λύση και άλλους να βλέπουν πέρα από εθνικότητες και να προβάλλουν τους κοινούς παρονομαστές με τον “εχθρό”. Εντυπωσιακό το πεντάλεπτο μονόπλανο με τον Πρόεδρο και τον διερμηνέα, ακόμα εντυπωσιακότερο το φινάλε, και μια διάχυτη προσπάθεια για στήριξη ενός γνήσιου αντιπολεμικού μηνύματος, που τονίζει την αξία της ανθρώπινης ζωής, σε όποια πλευρά κι αν βρίσκεται. Έξοχο. 5/5


The Offence (1972)

Σκληροτράχηλος και “παλιός” ντετέκτιβ χάνει την ψυχραιμία του κατά την ανάκριση υπόπτου για αποπλάνηση ανηλίκων, και τον στέλνει στο νοσοκομείο με σοβαρά τραύματα. Ως μεταφορά θεατρικού έργου, η ταινία περιορίζεται σε λίγα σκηνικά, και αυτό την βοηθάει να ξεφύγει ελαφρά απ' το σωρό των αστυνομικών δραμάτων. Ξεχωρίζει βέβαια επίσης γιατί αδιαφορεί για το “αστυνομικό” κομμάτι, και αναλώνεται κατά κύριο λόγο στο ψυχογράφημα ενός ανθρώπου που αφενός θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο απ' τους εγκληματίες που κυνηγάει και ανακρίνει, αλλά αφετέρου επιχειρεί να δικαιολογήσει τις πράξεις -και τις σκέψεις- του, πρώτα σε ανωτέρους και έπειτα στον εαυτό του. Στο πρώτο 40λεπτο ο Lumet πειραματίζεται και η σκηνοθεσία του είναι ιδιαίτερα φαντεζί, γεμάτη slow-motion, θολούρα και διάσπαρτες εικόνες, κάτι που ενώ στην αρχή κουράζει, δένει τελικά όμορφα με τα κομμάτια που μένουν στην gritty ατμόσφαιρα που μας έχουν συνηθίσει τα 70s, και βοηθούν ίσως να εκτιμήσεις ακόμα περισσότερο τη συνέχεια. Τρία αριστουργηματικά tet-a-tet του Sean Connery, που βρίσκεται σε μια απ' τις καλύτερες ερμηνευτικές στιγμές της καριέρας του, απογειώνουν την ταινία, με ωμούς και ανατριχιαστικά ρεαλιστικούς διαλόγους και εντυπωσιακές supporting ερμηνείες, ειδικά απ' τον Ian Bannen. Ακόμα κι αν φαίνεται δύσκολη ή περίεργη η εισαγωγή του, το Offence είναι λουκούμι για τους fans των dialogue-heavy ταινιών, καθώς και ωραία σπουδή στην θεωρία ότι όλοι κρύβουμε βαθιά μέσα μας ένα τέρας, που ψάχνει ευκαιρίες να βγει στην επιφάνεια. 4/5


The Verdict (1982)

Έγκυος μένει φυτό κατά την εισαγωγή της στο νοσοκομείο, μετά από λάθος των αναισθησιολόγων. Την υπόθεση αναλαμβάνει δικηγόρος με κακό ιστορικό, που θέλοντας να αποδείξει την αξία του και αδιαφορώντας για τους κινδύνους, δεν δέχεται χρηματικό συμβιβασμό, αλλά πηγαίνει στο δικαστήριο. Η ταινία ξεκινάει ως τυπική ιστορία ενός ανθρώπου που αποφασίζει να τα βάλει μόνος του με το σύστημα, το οποίο στην προκείμενη περίπτωση αντιπροσωπεύουν μια ομάδα μεγαλοδικηγόρων, ένας προκατειλημμένος δικαστής και μάρτυρες που σιωπούν. Η δικαστική υπόθεση αυτή καθ' εαυτή φαντάζει υπερβολικά απλή και ίσως αρκετά δύσχρηστη για δίωρη ταινία. Κι όμως, αυτή η μικρή κλίμακα της ιστορίας είναι που εν τέλει επιτρέπει στο Verdict να αφοσιωθεί στους χαρακτήρες του και να μην περιμένει -όπως αρκετές ταινίες του είδους- να σωθεί την τελευταία στιγμή από συγκινήσεις και ανατροπές. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι δεν υπάρχουν και τέτοιες, απλά είναι τόσο όμορφα στημένη η ιστορία και τόσο καλός ο ρυθμός με τον οποίο ξετυλίγεται, που δεν τις αναζητάς για να βρεις ενδιαφέρον. Το σενάριο του David Mamet (τον οποίο προσωπικά εκτιμώ ιδιαίτερα για τις εξαιρετικές μεταφορές του) είναι καταπληκτικό και ο Sidney Lumet εξασφαλίζει με μαεστρία ότι οι ηθοποιοί θα το αποδώσουν όπως του αξίζει. Ιδιαίτερα εγκώμια αξίζει ο Paul Newman, που αποδίδει τον χαρακτήρα του με σωστές δόσεις παρεξηγημένης ιδιοφυΐας και ταλαιπωρημένου μεσήλικα που μάταια ψάχνει συγκίνηση στη ζωή του, άλλοτε ψύχραιμου και άλλοτε θερμόαιμου. Οι νύξεις για την διαφορετική ερμηνεία της έννοιας της δικαιοσύνης απ' τον κάθε άνθρωπο είναι εύστοχες και η ώρα περνάει νεράκι, με το Verdict να είναι εν τέλει απ' τις πιο καλοφτιαγμένες και ενδιαφέρουσες ταινίες που έχει να επιδείξει το είδος. 4,5/5


Deathtrap (1982)

Συγγραφέας θεατρικών θρίλερ μυστηρίου αδυνατεί να πλησιάσει το επίπεδο που είχε τα προηγούμενα χρόνια, με τα τελευταία έργα του να αποτυγχάνουν το ένα μετά το άλλο. Όταν ένας μαθητευόμενος του στέλνει το προσχέδιο ενός πολλά υποσχόμενου θρίλερ, αρχίζει να σκέφτεται μέχρι και το ενδεχόμενο να τον σκοτώσει για να το οικειοποιηθεί και να κάνει ξανά επιτυχία. Άρχισα την ταινία με χαμηλές προσδοκίες, αλλά στο βάθος του μυαλού μου (λόγω και της παρουσίας του Michael Caine σαν πρωταγωνιστή ίσως) είχα ελπίδες για ένα κωμικό crime-mystery που θα έφτανε στο επίπεδο του Sleuth (1972). Μπορεί το Deathtrap να μην έφτασε τελικά τόσο ψηλά, αλλά κατά την ταπεινή μου άποψη, πλησίασε αρκετά. Ως μεταφορά θεατρικού έργου στη μεγάλη οθόνη, η ιστορία διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο σε ένα σπίτι, και ο Lumet για άλλη μια φορά το εκμεταλλεύεται θαυμάσια, αξιοποιώντας τόσο τα πλεονεκτήματα που δίνει μια θεατρική σκηνή, όσο και τα “bonus” που μπορεί να προσφέρει ο κινηματογράφος. Μπορεί όμως η ευρηματική του σκηνοθεσία να προσθέτει αρκετούς πόντους στην ταινία, αλλά η πλοκή είναι εδώ το βασικό αξιοθέατο. Εντυπωσιακό στήσιμο για αρχή και συνεχόμενες ανατροπές, των οποίων την ύπαρξη για να προχωρήσει η ιστορία μπορεί να προβλέψεις, αλλά σίγουρα θα σε αφήσουν σε αρκετές στιγμές με το στόμα ανοιχτό. Ευκολιούλες υπάρχουν (ειδικά προς το τέλος), αλλά τις συγχωρείς εύκολα όταν συνοδεύονται από αριστοτεχνικό σασπένς και ένα κατά τα άλλα πολύ ευχάριστο και πολύπλοκο σενάριο. Εξαιρετικές ερμηνείες απ' το πρωταγωνιστικό δίδυμο, που απογειώνουν τους διαλόγους στις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, και μια υπέροχη meta αίσθηση καθ' όλη τη διάρκεια του έργου, που βάζει τα γυαλιά σε αυτό που πήγε να κάνει ο Wes Craven με τα Scream. Δεν πετυχαίνει παντού διάνα, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του το Deathtrap είναι έξυπνο και πολύ καλοφτιαγμένο. 4/5


To be Continued...

Read more...

  © Blogger templates Inspiration by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP