Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα heist. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα heist. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Bob le Flambeur (1956)

>> Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011


Ελληνικός τίτλος: Μπόμπ, ο τζογαδόρος



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Jean-Pierre Melville
Σενάριο: Jean-Pierre Melville, Auguste Le Breton
Παίζουν: Roger Duchesne, Daniel Cauchy, André Garet, Gérard Buhr

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Δράμα, heist





Μεσήλικας χαρτοπαίχτης βρίσκεται σε άμεση ανάγκη ρευστού, και παρά το ιστορικό του στις γαλλικές φυλακές, οργανώνει μεγάλη ληστεία σε καζίνο, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες που του υπαγορεύει ο εθισμός του. Το σχέδιο γίνεται πολύπλοκο όταν η αστυνομία -με τον αρχηγό της οποίας ο Bob έχει συνάψει μια ιδιαίτερη σχέση φιλίας- μαθαίνει το σκοπό του.


Όχι, noir δεν γύριζαν μόνο οι Αμερικάνοι. Ο Jean-Pierre Melville δείχνει εδώ για πρώτη φορά γιατί θεωρείται σημαντικός εκπρόσωπος του είδους στην δική μας πλευρά του Ατλαντικού, συνεργαζόμενος με τον Auguste Le Breton, έναν απ' τους πιο αγαπημένους στη χώρα του συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών, για μια ταινία που δικαίως κατέχει σήμερα τον χαρακτηρισμό του “κλασικού”. Ξεκίνησα το Bob le Flambeur περιμένοντας μια καθαρόαιμη heist ταινία, αλλά ακόμα κι αν και σ' αυτό το είδος στέκεται πολύ ψηλά, είναι τελικά σαν noir που διαπρέπει. Πιστό στον τίτλο του, δεν αφήνει σε καμία περίπτωση την ίδια τη ληστεία να επισκιάσει τον κεντρικό ήρωα, παρουσιάζοντας τον όχι μόνο σαν τον εγκέφαλο ενός εγκλήματος, αλλά μπαίνοντας στον “κόπο” να μας δείξει τη ζωή ενός αδιόρθωτου τζογαδόρου, που αναπνέει παρέα με τράπουλες και ζάρια. Ο Roger Duchesne φτιάχνει έναν εικονικό χαρακτήρα, οργανωμένο και καλόκαρδο, αλλά ταυτόχρονα πολύ επιρρεπή στο πάθος του και κατά βάθος, τραγικό. Η ατμόσφαιρα είναι εξαιρετική, και προσωπικά εξεπλάγην με το πόσο καλά δουλεύει το είδος έχοντας σαν φόντο τον γραφικό λόφο της Μονμάρτης και τα παριζιάνικα δρομάκια, αντί για τις μουντές αμερικάνικες πόλεις με τους ουρανοξύστες και το καυσαέριο. Αν πρέπει να γκρινιάξω οπωσδήποτε για κάτι, είναι αφενός το μοντάζ, το οποίο βρήκα πολλές φορές άγαρμπο. Σε αρκετά σημεία τα κοψίματα είναι τόσο απότομα, που νιώθεις ότι ο σκηνοθέτης από φόβο να μην υπάρξει “νεκρός” χρόνος, επέλεγε απλά να φύγει με ταχύτητας σφαίρας απ' την μια σκηνή στην άλλη. Αφετέρου, νομίζω ότι ενώ δίνει την ευκαιρία για μια γεύση απ' τα ήθη της εποχής, ο χαρακτήρας της Isabelle Corey έμεινε ανεκμετάλλευτος, και με τον τρόπο που αξιοποιήθηκε, η παρουσία της είναι τελικά λίγο “ξεκάρφωτη”. Παρόλα αυτά, το Bob le Flambeur είναι σαν σύνολο μια πολύ καλοφτιαγμένη ταινία, που συνδυάζει ένα όμορφα σχεδιασμένο heist, με δράμα και έξοχη noir ατμόσφαιρα.

Read more...

Watching Sidney Lumet – Part 1

>> Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011




Έχοντας δει -και λατρέψει- μόνο τα “βασικά” απ' τον μεγάλο αυτό σκηνοθέτη (12 Angry Men, Network, Dog Day Afternoon, Murder on the Orient Express κτλ), αποφάσισα φέτος να μπω λίγο πιο βαθιά στη φιλμογραφία του. Τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της εμπειρίας υπάρχουν παρακάτω, με σκέψεις για πέντε ταινίες του Lumet, και προοπτική για συνέχεια του “project” στο μέλλον.




The Anderson Tapes (1971)

Ο Duke Anderson βγαίνει μετά από 10 χρόνια απ' τη φυλακή, και αποφασίζει να ληστέψει μια πολυκατοικία. Βρίσκεται όμως υπό παρακολούθηση και η παραμικρή του κίνηση καταγράφεται σε ταινίες. Κρατάω ειδική θέση στην καρδιά μου για καλοφτιαγμένα heist/caper movies. Ο Sidney Lumet δεν απογοητεύει, και βάζει ακόμα μια ταινία στις λίστα με τις αγαπημένες μου ταινίες του είδους. Καλοστημένο το έγκλημα, με ελαφρύ χαρακτήρα αλλά καλογραμμένους διαλόγους. Έξυπνη η χρήση των flash-forwards, με τη δράση να διακόπτεται για να δούμε τα θύματα να περιγράφουν την εμπειρία τους στα αντίστοιχα σημεία της ληστείας. Ωραία καινοτομία επίσης και η παρακολούθηση, κι ας είναι ο ήχος σε μερικά σημεία περισσότερο cheesy από sci-fi των 40s, αλλά ίσως για κάποιους λίγο unrewarding η αποκάλυψη για το ποιος κρύβεται πίσω της. Εύκολα παρατηρείς σκηνοθετικές τεχνικές που τελειοποίησε αργότερα ο Lumet στο Dog Day Afternoon, το οποίο (όπως και τις υπόλοιπες “σοβαρές” ταινίες του σκηνοθέτη) το Anderson Tapes μπορεί να μην φτάνει σε ποιότητα, αλλά είναι αρκετά έξυπνο για να ικανοποιήσει τους λάτρεις του είδους και αρκετά ελαφρύ και διασκεδαστικό για να κρατήσει και τους υπόλοιπους. Αξίζει μια θέαση ακόμα και μόνο για την cultίλα της κατάξανθης χαίτης του νεαρού τότε Christopher Walken ή τον εξαιρετικό Sean Connery που κουβαλάει ακόμα λίγο απ' τον αέρα του James Bond. 3,5/5


Fail-Safe (1964)

Ένα τεχνικό σφάλμα κατά τη διάρκεια τυπικών κινήσεων των αεροπλάνων της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας, θα στείλει μια ομάδα βομβαρδιστικών με στόχο τη ρίψη πυρηνικών στη Μόσχα. Όταν η ανάκλησή τους κριθεί αδύνατη, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ επιχειρεί να πείσει τον Ρώσο ομόλογό του να μην ανταποδώσει την επίθεση. Στιβαρό πολιτικό θρίλερ με φόντο τον Ψυχρό Πόλεμο, που θυμίζει αρκετά σε concept τον Dr Strangelove του Kubrick, χωρίς φυσικά την σατιρική διάθεση και τον κωμικό χαρακτήρα. Κι όμως, οι δύο ταινίες (που μοιράζονται και την ίδια χρονολογία κυκλοφορίας!) είναι εξίσου αριστουργηματικές. Κοιτώντας την σοβαρή πλευρά μια τέτοιας ενδεχόμενης “πυρηνικής κρίσης”, ο Sidney Lumet φτιάχνει μια εξαιρετική ταινία που διαδραματίζεται πρακτικά μόλις σε τρία δωμάτια, καταφέρνοντας όμως ακόμα κι έτσι, να μεταφέρει στον θεατή το μέγεθος της κλίμακας του επεισοδίου. Η ιστορία που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, είναι κυριολεκτικά ένα nail-biting thriller, με άφθονο σασπένς, και όσο ένταση μπορούμε να φανταστούμε πως θα υπήρχε και στην πραγματικότητα κατά την διάρκεια ενός τόσο ισχυρού διπλωματικού επεισοδίου. Ταυτόχρονα όμως, το Fail-Safe δεν χάνει την ευκαιρία να μελετήσει την ψυχολογία των ανθρώπων που εμπλέκονται σε μια τέτοια κατάσταση, με κάποιους να προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν για να περάσουν την προσωπική τους ατζέντα, άλλους να καταρρέουν απ' την πίεση, άλλους να μένουν ψύχραιμοι και να ψάχνουν την ιδανική λύση και άλλους να βλέπουν πέρα από εθνικότητες και να προβάλλουν τους κοινούς παρονομαστές με τον “εχθρό”. Εντυπωσιακό το πεντάλεπτο μονόπλανο με τον Πρόεδρο και τον διερμηνέα, ακόμα εντυπωσιακότερο το φινάλε, και μια διάχυτη προσπάθεια για στήριξη ενός γνήσιου αντιπολεμικού μηνύματος, που τονίζει την αξία της ανθρώπινης ζωής, σε όποια πλευρά κι αν βρίσκεται. Έξοχο. 5/5


The Offence (1972)

Σκληροτράχηλος και “παλιός” ντετέκτιβ χάνει την ψυχραιμία του κατά την ανάκριση υπόπτου για αποπλάνηση ανηλίκων, και τον στέλνει στο νοσοκομείο με σοβαρά τραύματα. Ως μεταφορά θεατρικού έργου, η ταινία περιορίζεται σε λίγα σκηνικά, και αυτό την βοηθάει να ξεφύγει ελαφρά απ' το σωρό των αστυνομικών δραμάτων. Ξεχωρίζει βέβαια επίσης γιατί αδιαφορεί για το “αστυνομικό” κομμάτι, και αναλώνεται κατά κύριο λόγο στο ψυχογράφημα ενός ανθρώπου που αφενός θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο απ' τους εγκληματίες που κυνηγάει και ανακρίνει, αλλά αφετέρου επιχειρεί να δικαιολογήσει τις πράξεις -και τις σκέψεις- του, πρώτα σε ανωτέρους και έπειτα στον εαυτό του. Στο πρώτο 40λεπτο ο Lumet πειραματίζεται και η σκηνοθεσία του είναι ιδιαίτερα φαντεζί, γεμάτη slow-motion, θολούρα και διάσπαρτες εικόνες, κάτι που ενώ στην αρχή κουράζει, δένει τελικά όμορφα με τα κομμάτια που μένουν στην gritty ατμόσφαιρα που μας έχουν συνηθίσει τα 70s, και βοηθούν ίσως να εκτιμήσεις ακόμα περισσότερο τη συνέχεια. Τρία αριστουργηματικά tet-a-tet του Sean Connery, που βρίσκεται σε μια απ' τις καλύτερες ερμηνευτικές στιγμές της καριέρας του, απογειώνουν την ταινία, με ωμούς και ανατριχιαστικά ρεαλιστικούς διαλόγους και εντυπωσιακές supporting ερμηνείες, ειδικά απ' τον Ian Bannen. Ακόμα κι αν φαίνεται δύσκολη ή περίεργη η εισαγωγή του, το Offence είναι λουκούμι για τους fans των dialogue-heavy ταινιών, καθώς και ωραία σπουδή στην θεωρία ότι όλοι κρύβουμε βαθιά μέσα μας ένα τέρας, που ψάχνει ευκαιρίες να βγει στην επιφάνεια. 4/5


The Verdict (1982)

Έγκυος μένει φυτό κατά την εισαγωγή της στο νοσοκομείο, μετά από λάθος των αναισθησιολόγων. Την υπόθεση αναλαμβάνει δικηγόρος με κακό ιστορικό, που θέλοντας να αποδείξει την αξία του και αδιαφορώντας για τους κινδύνους, δεν δέχεται χρηματικό συμβιβασμό, αλλά πηγαίνει στο δικαστήριο. Η ταινία ξεκινάει ως τυπική ιστορία ενός ανθρώπου που αποφασίζει να τα βάλει μόνος του με το σύστημα, το οποίο στην προκείμενη περίπτωση αντιπροσωπεύουν μια ομάδα μεγαλοδικηγόρων, ένας προκατειλημμένος δικαστής και μάρτυρες που σιωπούν. Η δικαστική υπόθεση αυτή καθ' εαυτή φαντάζει υπερβολικά απλή και ίσως αρκετά δύσχρηστη για δίωρη ταινία. Κι όμως, αυτή η μικρή κλίμακα της ιστορίας είναι που εν τέλει επιτρέπει στο Verdict να αφοσιωθεί στους χαρακτήρες του και να μην περιμένει -όπως αρκετές ταινίες του είδους- να σωθεί την τελευταία στιγμή από συγκινήσεις και ανατροπές. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι δεν υπάρχουν και τέτοιες, απλά είναι τόσο όμορφα στημένη η ιστορία και τόσο καλός ο ρυθμός με τον οποίο ξετυλίγεται, που δεν τις αναζητάς για να βρεις ενδιαφέρον. Το σενάριο του David Mamet (τον οποίο προσωπικά εκτιμώ ιδιαίτερα για τις εξαιρετικές μεταφορές του) είναι καταπληκτικό και ο Sidney Lumet εξασφαλίζει με μαεστρία ότι οι ηθοποιοί θα το αποδώσουν όπως του αξίζει. Ιδιαίτερα εγκώμια αξίζει ο Paul Newman, που αποδίδει τον χαρακτήρα του με σωστές δόσεις παρεξηγημένης ιδιοφυΐας και ταλαιπωρημένου μεσήλικα που μάταια ψάχνει συγκίνηση στη ζωή του, άλλοτε ψύχραιμου και άλλοτε θερμόαιμου. Οι νύξεις για την διαφορετική ερμηνεία της έννοιας της δικαιοσύνης απ' τον κάθε άνθρωπο είναι εύστοχες και η ώρα περνάει νεράκι, με το Verdict να είναι εν τέλει απ' τις πιο καλοφτιαγμένες και ενδιαφέρουσες ταινίες που έχει να επιδείξει το είδος. 4,5/5


Deathtrap (1982)

Συγγραφέας θεατρικών θρίλερ μυστηρίου αδυνατεί να πλησιάσει το επίπεδο που είχε τα προηγούμενα χρόνια, με τα τελευταία έργα του να αποτυγχάνουν το ένα μετά το άλλο. Όταν ένας μαθητευόμενος του στέλνει το προσχέδιο ενός πολλά υποσχόμενου θρίλερ, αρχίζει να σκέφτεται μέχρι και το ενδεχόμενο να τον σκοτώσει για να το οικειοποιηθεί και να κάνει ξανά επιτυχία. Άρχισα την ταινία με χαμηλές προσδοκίες, αλλά στο βάθος του μυαλού μου (λόγω και της παρουσίας του Michael Caine σαν πρωταγωνιστή ίσως) είχα ελπίδες για ένα κωμικό crime-mystery που θα έφτανε στο επίπεδο του Sleuth (1972). Μπορεί το Deathtrap να μην έφτασε τελικά τόσο ψηλά, αλλά κατά την ταπεινή μου άποψη, πλησίασε αρκετά. Ως μεταφορά θεατρικού έργου στη μεγάλη οθόνη, η ιστορία διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο σε ένα σπίτι, και ο Lumet για άλλη μια φορά το εκμεταλλεύεται θαυμάσια, αξιοποιώντας τόσο τα πλεονεκτήματα που δίνει μια θεατρική σκηνή, όσο και τα “bonus” που μπορεί να προσφέρει ο κινηματογράφος. Μπορεί όμως η ευρηματική του σκηνοθεσία να προσθέτει αρκετούς πόντους στην ταινία, αλλά η πλοκή είναι εδώ το βασικό αξιοθέατο. Εντυπωσιακό στήσιμο για αρχή και συνεχόμενες ανατροπές, των οποίων την ύπαρξη για να προχωρήσει η ιστορία μπορεί να προβλέψεις, αλλά σίγουρα θα σε αφήσουν σε αρκετές στιγμές με το στόμα ανοιχτό. Ευκολιούλες υπάρχουν (ειδικά προς το τέλος), αλλά τις συγχωρείς εύκολα όταν συνοδεύονται από αριστοτεχνικό σασπένς και ένα κατά τα άλλα πολύ ευχάριστο και πολύπλοκο σενάριο. Εξαιρετικές ερμηνείες απ' το πρωταγωνιστικό δίδυμο, που απογειώνουν τους διαλόγους στις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, και μια υπέροχη meta αίσθηση καθ' όλη τη διάρκεια του έργου, που βάζει τα γυαλιά σε αυτό που πήγε να κάνει ο Wes Craven με τα Scream. Δεν πετυχαίνει παντού διάνα, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του το Deathtrap είναι έξυπνο και πολύ καλοφτιαγμένο. 4/5


To be Continued...

Read more...

Fast Five (2011)

>> Πέμπτη 26 Μαΐου 2011


Ελληνικός τίτλος: Μαχητές των Δρόμων: Ληστεία στο Ρίο



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Justin Lin
Σενάριο: Chris Morgan
Παίζουν: Vin Diesel, Paul Walker, Jordana Brewster, Dwayne Johnson

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Δράσης





Έχει περάσει καιρός από το Tokyo Drift του 2006, και ο Justin Lin έχει αποδείξει πως έχει ωριμάσει, σκηνοθετώντας το καλύτερο επεισόδιο της 1ης σαιζόν του Community (Modern Warfare) και επαναφέροντας το 2009 τα The Fast and The Furious στον ίσιο δρόμο. Βάζοντας τα αμάξια σε δευτερεύοντα ρόλο, παραδίδει φέτος το καλύτερο μέρος της σειράς και ταυτόχρονα την πιο διασκεδαστική popcorn ταινία που έχεις δει εδώ και μήνες.


Το Fast Five είναι πια καθαρά heist ταινία, με τον Toretto και την παρέα του να αποφασίζουν να ληστέψουν μεγάλο νονό του Rio, έχοντας στο κατόπι τους το FBI και αμέτρητους ακόμα “κακούς”. Χωρίς να ξεχνάει τις ρίζες του franchise φυσικά, ο Lin προσφέρει κι εδώ έναν ύμνο στην ταχύτητα και γεμίζει την οθόνη με γρήγορα αυτοκίνητα και κινητήρες που μουγκρίζουν, προσέχοντας όμως πάντα να μην ξεπεράσει το όριο. Είπαμε, αυτή τη φορά σε πρώτη θέση μπαίνει η ίδια η ληστεία, στο πλαίσιο της οποίας απολαμβάνεις εξαιρετική δράση, δυνατή σκηνοθεσία και φασαριόζικα κυνηγητά στους δρόμους της όμορφης πόλης της Βραζιλίας. Τι κι αν οι καινούριοι χαρακτήρες είναι εντελώς καρτουνίστικοι και οι προσπάθειες για χιούμορ δεν είναι απ' τα δυνατά σημεία της ταινίας. O Justin Lin ξέρει τι ζητά το κοινό του, και το δίνει και με το παραπάνω, προσθέτοντας ταυτόχρονα συναισθηματικές σφήνες που παραδόξως δουλεύουν αρκετά καλά, και φροντίζοντας να επαναφέρει παλιούς (αγαπημένους ή όχι) χαρακτήρες της σειράς για να το γιορτάσει. Το αποτέλεσμα είναι η πρώτη πραγματικά καλή ταινία δράσης του καλοκαιριού, που λειτουργεί σε πολλά επίπεδα, δεν ντρέπεται γι' αυτό που είναι και φυσικά δεν σηκώνει ούτε στιγμή το πόδι απ' το γκάζι. Αγνή απόλαυση.


Read more...

  © Blogger templates Inspiration by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP