Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα drama. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα drama. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

[TV] Bron/Broen [The Bridge] (2011)

>> Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Επεισόδια: 10
Είδος: Crime-drama

Το premise του Broen είναι απλούστατο: πτώμα βρίσκεται σε γέφυρα πάνω ακριβώς στη γραμμή που διαχωρίζει Δανία και Σουηδία, ντετέκτιβ και απ' τις δύο πλευρές συνεργάζονται για να λύσουν το έγκλημα και να αντιμετωπίσουν ό,τι ακόμα προκύπτει στη συνέχεια. Κύριο selling point του είναι ότι είναι σκανδιναβικό crime-drama. Η Βόρεια Ευρώπη έχει αποδείξει πολλές φορές ότι απλά ξέρει να δουλεύει σωστά το είδος, βοηθούμενη από την γκρίζα και παγωμένη ατμόσφαιρα της για να χτίσει απαράμιλλη noir αισθητική. Το Broen πετυχαίνει τα περισσότερα απ' ό,τι περιμένει κανείς να πετύχει το είδος, και ακόμα κι αν δυσκολεύεται σε σημεία, έχει αρκετά φρέσκια οπτική γωνία ώστε να μην το απορρίπτεις σαν "μια απ' τα ίδια".


Ο δολοφόνος μοιάζει λίγο με τον χαρακτήρα του Kevin Spacey απ' το Se7en: κάνει τα πάντα με απώτερο στόχο την αφύπνιση του κοινού για μια σειρά από κοινωνικά ζητήματα που θεωρεί σημαντικά. Ξεσκεπάζει "αλήθειες" που έχουν κρυφτεί απ' το status quo, δεχόμενος ακόμα και το ενδεχόμενο αυτό να του κοστίσει την ελευθερία του, εξ' ου και η επωνυμία "truth terrorist" που του αποδίδεται σχεδόν αμέσως. Αυτό επιτρέπει στη σειρά να ανοίξει συζήτηση για ουκ ολίγα ηθικά ζητήματα, με κυριότερο για μένα το δίλημμα του αν μπορείς να συγχωρέσεις ένα έγκλημα "μικρότερου βάρους" όταν γίνεται για να αποτρέψει ένα χειρότερο. Το επεισόδιο με τα παιδιά -αλλά όχι μόνο αυτό- δείχνει εκπληκτικά την επίδραση της ουσιαστικής τρομοκρατίας στην κοινωνία, που είναι να βγάζει στην επιφάνεια κομμάτια της προσωπικότητάς σου (συνήθως αρνητικά) που είτε δεν ήξερες ότι υπήρχαν, είτε νόμιζες ότι έχεις καταστείλει αρκετά. Πέρα απ' αυτό, αγγίζει και θέματα όπως την (αν)ισότητα των πολιτών υπό το νόμο, την ευθύνη του δημοσιογράφου για τις συνέπειες των επιλογών του, την υποκρισία του να διαλέγεις ποια ζωή είναι σημαντικότερη κτλ.


Δεδομένων των παραπάνω, καταλαβαίνεις γρήγορα ότι το Broen βάζει το ίδιο το μυστήριο σε δεύτερη μοίρα, και αφοσιώνεται λιγότερο στο κυνήγι του δολοφόνου, και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει τους εμπλεκόμενους. Στο κέντρο όπως είναι αναμενόμενο, μπαίνουν οι ίδιοι οι ντετέκτιβ που ερευνούν την υπόθεση, η Saga απ' τη Σουηδία και ο Martin από τη Δανία. Είναι συνηθισμένη πρακτική στο είδος να είναι το αστυνομικό μυστήριο μια αναλογία με την προσπάθεια του πρωταγωνιστή να ισορροπήσει την οικογενειακή του ζωή, και μπορεί το Broen να ακολουθεί τον ίδιο βασικό δρόμο, αλλά έχει ενδιαφέρουσες διαφοροποιήσεις. Ο Martin είναι μεν ένας τραγικός ήρωας, που έχει κατακερματίσει την οικογένειά του με τις συνεχείς απιστίες και πασχίζει να εξιλεωθεί από τις αμαρτίες του παρελθόντος, αλλά ουσιαστικά χρησιμοποιείται σαν μέσο για να τονιστεί η ιδιαιτερότητα της Saga. Η Σουηδή είναι μοναχικός χαρακτήρας, με ακριβώς όσα στοιχεία από Asperger syndrome χρειάζονται ώστε να είναι εντελώς αντικοινωνική, να έχει ψύχωση με τους κανόνες και να λέει πάντα αυτό που βλέπει, χωρίς φίλτρα ή συναίσθηση κοινωνικών συμβάσεων. Εύκολα ένας τέτοιος χαρακτήρας θα μπορούσε να είναι καρικατούρα (εσένα κοιτάω Sheldon Cooper), όμως η Saga είναι γραμμένη και ερμηνευμένη έτσι ώστε να πείθει αμέσως τον θεατή ότι είναι άνθρωπος που αξίζει στήριξης, άνθρωπος που αφενός καταλαβαίνεις με ποιον τρόπο το "πρόβλημά" του τον κάνει τόσο καλό στη δουλειά του, και αφετέρου πανηγυρίζεις καθώς βλέπεις να μεταμορφώνεται σταδιακά μπροστά στα μάτια σου. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη ομορφιά της σειράς, η δυναμική του πρωταγωνιστικού διδύμου είναι στημένη καταπληκτικά, και η ανάπτυξη και των δύο χαρακτήρων μέσα από την αλληλεπίδρασή τους, γίνεται εντελώς αρμονικά.


Αν είχα κάποιο πρόβλημα με τη σειρά, είναι η άγαρμπη σύνδεση των β' ιστοριών, που εισάγονται ξεκάρφωτα στα πρώτα επεισόδια, και προτού "πετάξουν" τους χαρακτήρες τους στο βασικό story, προχωράνε παράλληλα σ' αυτό χωρίς να υπάρχει επαρκής θεματική σύνδεση που θα δικαιολογούσε την πολλές φορές βίαιη μετακίνηση της δράσης. Επίσης, συμφωνώ με τους επικριτές που τονίζουν ότι το Broen δεν κάνει καμία ιδιαίτερη χρήση του concept της σύγκρουσης δύο διαφορετικών κόσμων για την επίλυση ενός κοινού προβλήματος. Κακά τα ψέματα, Δανία και Σουηδία δεν έχουν καμιά φοβερή διαφορά κουλτούρας ή φιλοσοφίας, ή αν έχουν, δεν γίνεται καμία προσπάθεια να παρουσιαστεί εδώ ως θέμα τριβής. Η ιστορία θα δούλευε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αν οι πρωταγωνιστές ήταν απλά δύο αστυνομικοί από διαφορετικές γειτονιές που υποχρεώθηκαν να συνεργαστούν.

***SPOILERS***

Read more...

Carnage (2011)

>> Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012


Ελληνικός τίτλος: Ο Θεός της Σφαγής


Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Roman Polanski
Σενάριο: Roman Polanski, Yasmina Reza (βασισμένο στην ομώνυμη θεατρική παράσταση)
Παίζουν: Jodie Foster, Kate Winslet, Christoph Waltz, John C. Reilly

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Δράμα δωματίου




Δύο αγόρια παίζουν ξύλο, και οι γονείς τους καλούνται να μαζέψουν τα σπασμένα σε μια απογευματινή συνάντηση.


Λατρεύω one-room dramas, και με τόσο πλούσιο cast και τον Polanski πίσω απ' την κάμερα, δεν μπορείς παρά να καταλήξεις με αριστούργημα, σωστά; Περίπου. Στο πρώτο 20λεπτο μπορώ να πω ότι παρακολουθούσα με μεγάλη ψυχρότητα, και οι τέσσερις ηθοποιοί έμοιαζαν να παλεύουν να μπουν σε ρόλους που δεν τους ταίριαζαν. Ευτυχώς, το Carnage αποδείχτηκε από εκείνες τις ταινίες που καλλιεργεί σταδιακά το ενδιαφέρον, και σε λίγη μόνο ώρα όχι μόνο είχε την αμείωτη προσοχή μου, αλλά είχε κερδίσει και την συμπάθεια προς τους ήρωες του. Δεδομένου του περιορισμένου χώρου, κάθε ταινία του είδους οφείλει να “αποζημιώνει” στήνοντας σωστά το υπόβαθρο των χαρακτήρων του, και να προσπαθήσει με τους διαλόγους και μόνο, να γνωρίσει στο θεατή τις ζωές τους, και κατ' επέκταση τα κίνητρα και την ιδιοσυγκρασία τους. Εντυπωσιάστηκα με την έξοχη χρήση στοιχείων όπως το κινητό ή τα περιοδικά για την επίτευξη αυτών ακριβώς των στόχων, όπως και με τους τρόπους που ο Polanski εκμεταλλευόταν το διαμέρισμα και τη γεωγραφία των επίπλων. Αναμενόμενα η συζήτηση για το περιστατικό μεταξύ των παιδιών, καταλήγει σε μια αναλογία για τη ζωή των δύο ζευγαριών, καθώς και τις διαφορετικές οπτικές γωνίες που έχει ο καθένας απ' τους τέσσερις ήρωες για την κοινωνία και τις ανθρώπινες σχέσεις. Συναρπαστική η ταχύτατη αλλαγή των δυναμικών μεταξύ τους σε κάθε σημείο της συζήτησης, και παραπάνω από ευπρόσδεκτα τα κωμικά σημεία, όπως και η μη-κορύφωση και η φρεσκάδα στο φινάλε. Σε 80 λεπτά, το Carnage έχει τέσσερα υποκριτικά μεγαθήρια να ξεδιπλώνουν το ταλέντο τους με την πάροδο της ώρας, και αν και αυστηρά θεατρικό και ίσως λίγο “ασφαλές”, είναι και πάλι πολύ ενδιαφέρον και καλογραμμένο.


Read more...

2011 Movie Bits: Part 1

>> Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012


Captain America: The First Avenger (3/5)

Η πιο πρόσφατη των ταινιών της Marvel για τους χαρακτήρες που θα πρωταγωνιστήσουν στο υπερθέαμα των Avengers που θα απολαύσουμε τον Μάιο, βάζει ισχυρή υποψηφιότητα και για τον τίτλο της καλύτερης. Για το Iron Man 2 και το Thor τα έχω πει στα αντίστοιχα posts, αλλά ας θυμίσω ότι μίσησα τους τρόπους με τους οποίους η Marvel διάλεξε να κάνει τις ταινίες ελκυστικές, και που συνοψίζονται στη ταυτόχρονη χρήση αφενός φτηνού χιούμορ που έφτανε στα όρια της παρωδίας και αφετέρου εντελώς “φτιαχτής” και cheesy ατμόσφαιρας. Μεγάλο μέρος της εκτίμησής μου για το Captain America λοιπόν προήλθε απ' την εντελώς διαφορετική κατεύθυνση που ακολούθησαν εδώ οι δημιουργοί. Σοβαρή ταινία, χωρίς χαζά comic reliefs (μέχρι κι ο πρόγονος του Tony Stark απέφευγε τις πολλές σαχλαμάρες!) ή προπαγανδιστικά μηνύματα, και με ξεκάθαρη έμφαση στο action κομμάτι του δημοφιλούς χαρακτήρα. Προφανώς ως κλασικό καλοκαιρινό blockbuster, δεν μπορείς να πεις ότι ξεφεύγει ιδιαίτερα από σεναριακές φόρμουλες του είδους, αλλά τουλάχιστον είναι πιο καλογυρισμένο απ' την πλειοψηφία των comic book μεταφορών της σειράς (πόσο ωραία χρώματα) και ξεκολλώντας από την τακτική της διακωμώδησης της ιστορίας του, είναι και πολύ πιο διασκεδαστικό απ' αυτές.


The Adjustment Bureau (3/5)

Πολιτικός ερωτεύεται κοπέλα, αλλά αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι υπάρχουν δυνάμεις που προσπαθούν να εμποδίσουν τη συνέχιση της σχέσης τους. Η sci-fi ιδέα πίσω απ' αυτές τις δυνάμεις, είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, και το Adjustment Bureau είναι αρκετά τίμιο στην υποστήριξή της. Για ταινία που δίνει credits στον Philip K Dick, βέβαια, δεν ανταποκρίνεται πάντα στις απαιτήσεις, και βγάζει λίγο μάτι ότι δεν έχει καλοσκεφτεί τους τρόπους με τους οποίους δικαιολογεί τις συμπτώσεις της. Παρά την προχειρότητα όμως κάποιων plot points, η σχέση που έχει στον πυρήνα της, πείθει. Βοηθάει ο εξαιρετικός Matt Damon που αντί για μια απλά διεκπεραιωτική ερμηνεία φαίνεται να γουστάρει, και καταφέρνει να δώσει μόνος του λίγο παραπάνω βάθος στον χαρακτήρα του. Τελικά, η ταινία με κέρδισε με την πολύ καθαρή φωτογραφία και την ωραία ψευτο-indie αισθητική της, και το love story μου άφησε μια γλυκιά γεύση στο στόμα. Αν οι καλές ιδέες του ήταν λίγο πιο καλοδουλεμένες, μπορεί και να γινόταν ένα sci-fi διαμαντάκι, αλλά ακόμα και έτσι, το Adjustment Bureau είναι 100% feel-good material.


Limitless (3,5/5)

Σε συνέχεια με το από πάνω, άλλη μια εξαιρετική ιδέα που με καλύτερη εκτέλεση θα γινόταν αριστούργημα: αποτυχημένος τύπος επιχειρεί να διώξει το writer's block του με ένα μυστήριο ναρκωτικό που υπόσχεται ότι θα του δώσει πρόσβαση στο 100% του εγκεφάλου του. Το πιο εντυπωσιακό κομμάτι της ταινίας, είναι ξεκάθαρα η σκηνοθεσία. Τα φίλτρα και τα χρώματα που χρησιμοποιούνται για να τονιστεί η διαφορά μεταξύ των δύο καταστάσεων του εγκεφάλου του ήρωα, είναι καταπληκτικά. Όμως και το γράψιμο στα πρώτα 70 λεπτά είναι εξαιρετικό, εισάγοντας με πολύ ιδιαίτερο τρόπο την έννοια ενός σύγχρονου “υπερ-ήρωα” και στήνοντας γύρω του ένα ωραιότατο θρίλερ με συνωμοσίες και κυνηγητά. Το τελευταίο μισάωρο δυστυχώς είναι αρκετά πρόχειρο και το φινάλε εντελώς άτσαλο, αλλά δεν χαλάνε και την συνολική αίσθηση της ταινίας, που είναι τελικά ένα πολύ καλό δράμα μυστηρίου, με έναν εξαιρετικό Bradley Cooper σε mode εξιλέωσης για όλες τις ερμηνείες-αγγούρια της υπόλοιπης καριέρας του.


The Lincoln Lawyer (3/5)

Uber-cool δικηγόρος που ειδικεύεται στο να υπερασπίζεται και να γλιτώνει απ' τη φυλακή “κακούς”, πέφτει σε τύπο που φαίνεται να έχει αδιάβλητο σχέδιο για να αθωωθεί, και φυσικά κάπου εκεί ξυπνάει η συνείδησή του. Αν σου φαίνεται υπερβολικά οικείο το παραπάνω, δεν έχεις καθόλου άδικο. Σκηνικό που έχουμε δει σε δικαστικό δράμα πολλές φορές, είτε στη μικρή είτε στη μεγάλη οθόνη. Και χαρακτήρας που επίσης είναι πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια. Α, και αν θυμάσαι, το προηγούμενο δικαστικό δράμα με τον Matthew McConaughey δεν με είχε ξετρελάνει κιόλας. Κι όμως, προσπαθώντας να με πείσει ότι αφενός δεν είναι μια απ' τα ίδια και ότι αφετέρου ο McConaughey έχει κάποιο ταλέντο που δεν περιλαμβάνει κοιλιακούς και τρέξιμο σε ηλιόλουστα θέρετρα, το Lincoln Lawyer πρέπει να ομολογήσω ότι με κέρδισε. Ναι, πολλές φορές φαίνεται από χιλιόμετρα τι θα γίνει στην επόμενη σκηνή, και από φωτογραφία και μοντάζ το λες και αρκετά πρόχειρο σε σημεία. Όμως έχει κομμάτια πραγματικά εντυπωσιακά (οι σκηνές με τον Michael Peña πχ), καθώς και μερικά ωραία twists που αν δεν το κάνουν να ξεχωρίζει ιδιαίτερα από την κοινή ταινία του είδους, του δίνουν τουλάχιστον αρκετούς bonus πόντους. Ο McConaughey με εξέπληξε ευχάριστα παίζοντας μια ταιριαστά παραποιημένη έκδοση του εαυτού του, χωρίς υπερβολές και μελοδραματισμούς. Η ταινία είναι γρήγορη, κρατάει το ενδιαφέρον, και το κυριότερο, δεν προσπαθεί να περάσει για κάτι παραπάνω από ένα διασκεδαστικό -πλην “σοβαρό”- δικαστικό δράμα. Κατηγορία στην οποία πετυχαίνει διάνα.


30 Minutes or Less (1/5)

Η ταινία μου τράβηξε την προσοχή υποσχόμενη έμπνευση από την απίστευτη ιστορία αυτού του ανθρώπου. Τελικά το μόνο κοινό σημείο που είχε μ' αυτήν ήταν η ιδέα ενός ανθρώπου που αναγκάζεται να ληστέψει μια τράπεζα φορώντας βόμβα-γιλέκο. Το 30 Minutes or Less αποδείχθηκε κωμωδία στην οποία κανένας απολύτως συντελεστής δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να υπερασπιστεί τη φήμη του. Ο Ruben Fleischer δεν δείχνει ούτε δείγμα της φαντασίας με την οποία σκηνoθέτησε το Zombieland και οι κωμικοί του cast παίζουν μια νερωμένη έκδοση του πιο συνηθισμένου τους ρόλου, χωρίς νεύρο ή ίχνος προσπάθειας. Οι σεναριογράφοι επαναλαμβάνουν στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, τυπικά κουρασμένα “αστεία”, προσπαθώντας κιόλας να το παίξουν σινεφίλ βάζοντας τους χαρακτήρες να πετάνε random αναφορές σε ταινίες δράσης. Η φιλία των ηρώων δεν πείθει, το ρομάντζο είναι εντελώς άστοχο και η “σχέση” του χαρακτήρα του Danny McBride με τον πατέρα του είναι εντελώς προβλέψιμη και κλισέ. Αστεία σημεία υπάρχουν διάσπαρτα εδώ κι εκεί, και η ταινία κρατάει τόσο λίγο που καταφέρνει να σου κρατήσει ένα στοιχειώδες ενδιαφέρον. Γενικά όμως, παρά τις υποσχέσεις, το 30 Minutes or Less δεν είναι τίποτα που δεν έχεις ξαναδεί σε αρκετά έως πολύ καλύτερη εκδοχή.


Read more...

Moneyball (2011)

>> Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012




Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Bennett Miller
Σενάριο: Aaron Sorkin, Steven Zaillian (βασισμένο στο βιβλίο του Michael Lewis)
Παίζουν: Brad Pitt, Jonah Hill, Philip Seymour Hoffman, Chris Pratt

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Δράμα, βιογραφία
  



Ταινίες με προπονητές ή managers έχουμε δει αρκετές. Συνήθως αφορούν ένα μεγάλο όνομα που καταλήγει να κοουτσάρει μικρή ομάδα και την φέρνει απ' το πουθενά στη νίκη, μια ομάδα από περιθωριακούς misfits που απ' το πουθενά καταλήγουν στη νίκη και στην πορεία μαθαίνουν την αξία της φιλίας κτλ. Γενικά η συνηθισμένη αθλητική ταινία είναι η ιστορία κάποιων φτωχών πλην τίμιων underdogs που θριαμβεύουν εναντίον κάποιων “Γολιάθ”. Το Moneyball, δεν το λες λοιπόν μάλλον, ούτε καν “αθλητική ταινία”. Παρόλο που ασχολείται με το baseball, είναι περισσότερο μια ταινία για την εμμονή ενός ανθρώπου που λατρεύει ένα άθλημα, αλλά κατανοεί ότι έχει προβληματικές αρχές και επιχειρεί με αυτοθυσία να τις αλλάξει.


Δεν κατάφερα να εκτιμήσω ποτέ το baseball σαν άθλημα. Ίσως είναι που δεν κατάλαβα και ποτέ μου τους κανόνες ή γιατί το κάθε παιχνίδι διαρκεί δέκα χιλιάδες ώρες. Ευτυχώς, το Moneyball ούτε απαιτεί πρότερη γνώση του, ούτε και θα σε “φορτώσει” με άχρηστες πληροφορίες για να σε πείσει. Η τακτική του είναι η εξής: “Ψιτ, φίλε, κοίτα. Έχεις αυτόν εδώ τον τύπο. Απέτυχε σαν παίχτης. Αποφάσισε ότι σαν manager δεν θα κάνει τα ίδια λάθη μ' αυτούς που φούσκωσαν κάποτε τα προσόντα του και τον αγόρασαν, για να καταλήξει τελικά πεταμένα λεφτά. Και αποφάσισε ότι αυτήν την πρακτική θα την αλλάξει, και θα σηκώσει το ρημάδι το τρόπαιο με μια ομάδα της πλάκας, γιατί μισεί την ήττα. Α, να και 4-5 στατιστικά με τα οποία στοχεύει να το κάνει αυτό, αλλά μην σε νοιάζει και ιδιαίτερα.” Γιατί, είπαμε, δεν είναι ταινία για το baseball. Είναι μια ωδή στην επιμονή, στο μανιώδες κυνηγητό για την επιτυχία, αλλά και στην αναζήτηση της λύτρωσης για τα λάθη του παρελθόντος, που στοιχειώνουν ακόμα τον ύπνο σου και καθορίζουν τη ζωή σου. Φανταστικός Brad Pitt, στου οποίου τα μάτια βλέπεις την καταστροφή απ' την ήττα και την λάμψη απ' την επιτυχία. Φανταστικός Aaron Sorkin, που συνυπογράφει το adaptation του ομώνυμου βιβλίου, και συνεχίζει να γράφει έξοχους διαλόγους με τόσο όμορφο και subtle χιούμορ. Φανταστικός και ο Bennett Miller, που μεταφέρει το σενάριο αυτό χωρίς μελοδραματικές φανφάρες, άριστη χρήση των flashbacks και των πλάνων ψευδο-αρχείου, και χτίζει τόσο εύκολα βαριά συναισθηματικές σκηνές. Ναι, με έκανε να κλάψω δύο φορές για ένα άθλημα που δεν καταλαβαίνω, για την ομάδα μιας πόλης που δεν έχω ιδέα που πέφτει, και για την εσωτερική μάχη ενός ανθρώπου που δεν θυμάμαι τώρα ούτε και το όνομά του. Και αυτό για μένα είναι σπουδαίος κινηματογράφος.


Read more...

Drive (2011)



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Nicolas Winding Refn
Σενάριο: Hossein Amini (βασισμένο στο βιβλίο του James Sallis)
Παίζουν: Ryan Gosling, Carey Mulligan, Bryan Cranston, Albert Brooks, Oscar Isaac, Ron Perlman

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Δράμα, θρίλερ, λίγο από ιστορία εκδίκησης και λίγο από ρομάντζο



Μετά κι από τις δύο φορές που το είδα, το Drive μου καρφώθηκε στο κεφάλι σαν “αδελφάκι” των History of Violence και Lost in Translation. Εξηγώ. Το Drive είναι ξεκάθαρα ένα mood piece, που βάζει -όπως και τα άλλα δύο- το στυλ πάνω απ' την ουσία, για να πετύχει έναν στόχο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο στόχος φαίνεται να είναι ένα throwback στα 80s, στον Michael Mann και στον νεαρό Marty Scorsese. Φαίνεται απ' το soundtrack, απ' τους χαρακτήρες, απ' τον τρόπο που μεταχειρίζεται τη βία, απ' τους ρυθμούς του, απ' τα νυχτερινά του πλάνα. Οπτικά ο Refn ξεπερνάει τον εαυτό του, με υπέροχη σκηνοθεσία, ξεχωριστή αλλά όχι υπερβολικά φαντεζί. Τα μακροσκελή σιωπηλά πλάνα μεταξύ των ηρώων του ενόχλησαν πολύ κόσμο. Μερικές φορές είναι όντως υπερβολικά, αλλά στις περισσότερες των περιπτώσεων συμβολίζουν με επιτυχία ένα πολύ απλό πράγμα: πόσα περισσότερα μπορείς να πεις απλά με ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο ή ένα άγγιγμα. Στο ρομαντικό κομμάτι πετυχαίνει έτσι διάνα. Στο κομμάτι revenge-drama, επίσης, έχει να παρουσιάσει φοβερά καλογυρισμένες σκηνές δράσης και αποφεύγει να κάνει τη βία του καρτουνίστικη.


Το πρόβλημα που έχω εγώ όμως δεν έχει να κάνει τόσο με τους ρυθμούς του, αλλά με το σενάριο. Καμία στιγμή δεν ένιωσα ότι συνδέομαι με τους χαρακτήρες, γιατί το μόνο που ήξερα γι' αυτούς ήταν ένα ελαφρύ περίγραμμα των κινήτρων τους, τα οποία και δεν παρουσίαζαν καμία ιδιαίτερη πρωτοτυπία. Ο Ryan Gosling επίσης με προβλημάτισε. Καταλαβαίνω ότι ήταν σκηνοθετική επιλογή η σιωπή του στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, αλλά νιώθω πως κατέληξε σε gimmick και ενώ τα βλέμματά του ήταν πολύ εκφραστικά, τελικά η ερμηνεία του ήταν για μένα εντελώς υποτονική. Παρ' όλα αυτά, είναι το μόνο απ' τα -ομολογουμένως πολλά- εξεζητημένα σημεία της σκηνοθεσίας που μπορώ να πω ότι με πείραξε. Κατά τα άλλα, λάτρεψα τα πλάνα του Drive, το υπέροχο δέσιμο της εικόνας με την μουσική και την σοβαρότητά του. Μπορεί τελικά να μην συμμερίζομαι τη γνώμη αυτών που παρουσιάζουν σαν την Δευτέρα Παρουσία του σινεμά, αλλά καταλαβαίνω γιατί το αγάπησαν και εκτιμώ την τεχνική του αρτιότητα και τις αναφορές του σε μια άλλη κινηματογραφική εποχή, που έχει δώσει τη θέση της σε CGI-heavy ομοιόμορφες και τυπικές υπερπαραγωγές.


Read more...

The Favorites: Se7en (1995)

>> Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011


Το Se7en θα το θυμάμαι πάντα ως την ταινία που με έβαλε στο τρυπάκι να αρχίσω να βλέπω “σοβαρές” ταινίες. Την πρώτη φορά με συγκλόνισε. Αρκετά χρόνια μετά, συνεχίζω να το λατρεύω για το κάθε του δευτερόλεπτο.


Όταν έπιασε το Se7en ο David Fincher, είχε ως μόνη κινηματογραφική εμπειρία το 3ο Alien, στο οποίο εν τέλει -αν πιστέψεις τον ίδιο και στενούς συνεργάτες- δεν εργάστηκε όπως θα ήθελε (ελέω κουστουμιών) και απέτυχε. Κι όμως, αν και τυπικά δεν είναι τίποτα περισσότερο από απλά επιτυχημένος βιντεοκλιπάς, ξεκινάει εδώ με μια αυτοπεποίθηση που αγγίζει τα όρια της αλαζονείας. Οι εντυπωσιακοί τίτλοι αρχής της ταινίας παρακολουθούν τον villain που δεν έχει ακόμα συστηθεί στο κοινό, και σε πετάνε αυτόματα σε μια ατμόσφαιρα έντασης και καταστροφής. Οι ήρωες, δύο ντετέκτιβς που μοιάζουν στην φιλοσοφία και την εργασιομανία, αλλά διαφέρουν τόσο πολύ στο χαρακτήρα και στην προσέγγιση απέναντι στο έγκλημα. Ο “παλιός” είναι έμπειρος, αλλά κουρασμένος και απογοητευμένος. Η πόλη όπου έζησε τις περισσότερες δεκαετίες του, και η ευκολία με την οποία οι κάτοικοί της έμαθαν να αντιμετωπίζουν το έγκλημα με απάθεια, τον έχουν αφήσει με μια πικρία. Νιώθει πως η ίδια απάθεια έχει περάσει πια και σ' αυτόν, και έχοντας συμβιβαστεί με το “so many corpses roll away unrevenged”, επιθυμεί πια να τελειώσει. Ο “νέος” απ' την άλλη, αδιαφορεί για την έννοια της υπομονής και τρέχει να γίνει ήρωας, βάζοντας το συναίσθημα μπροστά απ' τη λογική.


Κι όμως, εγώ πάντα εντυπωσιάζομαι πιο πολύ τον καλοδουλεμένο villain του Kevin Spacey. Κατ' αρχάς, ξεκάθαρα η ιδέα του serial killer που σκοτώνει όχι απλά για τιμωρία αλλά και για “εκπαίδευση”, έχοντας σαν πάτημα τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα, είναι καταπληκτική. Καλές ιδέες όμως έχουμε δει πολλές και είναι τελικά η εκτέλεση αυτή που μετράει. Εδώ η εκτέλεση ξεπερνάει κάθε προσδοκία, ξεκολλώντας ακριβώς από οτιδήποτε θα μπορούσε να περιμένει ο θεατής. Η ταινία χωρίζεται σε μέρες-κεφάλαια, κι ενώ πιστεύεις ότι έχεις πιάσει το μοτίβο του ενός φόνου κάθε μέρα, το Se7en ολοκληρώνεται σε μια βδομάδα, έχοντας αλλάξει μοτίβο 3-4 φορές. Τα εγκλήματα είναι στημένα με μαεστρία, και ο δολοφόνος του Kevin Spacey δεν είναι άλλος ένας μανιακός με μια έμμονη ιδέα. Είναι διαβασμένος, εύστροφος και ξέρει ότι θα κερδίσει όταν στηρίξει το σχέδιό του στα συναισθήματα του αντιπάλου του.


Το Se7en απογειώνει το είδος του crime-mystery, αλλά είναι εγκληματικά υποτιμητικό να το θεωρείς απλά ένα “αστυνομικό θρίλερ”. Ο Fincher έχει στήσει την ιστορία του με φόντο μια απαθή κοινωνία, με ηθική κατάπτωση και συναίνεση πρακτικά στο έγκλημα. Δεν κάνει όμως ήρωα (όπως το Dexter) τον δολοφόνο που νιώθει πως επιτελεί θείο έργο, και αποφεύγει όμορφα την παγίδα του διδακτικού χαρακτήρα. Βασικά δεν έχει καν ήρωα. Έχει απλά έναν κεντρικό χαρακτήρα -ξεκάθαρα πρωταγωνιστής για μένα ο Morgan Freeman- που ζει μια εσωτερική διάλυση, αλλά βλέπει στιγμιαία το ένστικτο του μέντορα να ξυπνάει, όταν βρίσκεται συνεργάτης με έναν φουριόζο νεαρό, κι ας αποτυγχάνει στο τέλος να τον συγκρατήσει. Και γι' αυτό είναι κατά τη γνώμη μου αυτός πιο τραγικός ήρωας κι απ' τον David του Brad Pitt, γιατί ενώ δεν έχει τις σοβαρές υλικές και ψυχολογικές απώλειες του τελευταίου, ξεμένει τελικά στη μοναξιά του, ανήμπορος ακόμα και να καταθέσει τα όπλα. Πίσω απ' την κάμερα, ο Fincher επιμένει στο γκρίζο χρώμα και τη μουντάδα, και παρουσιάζει για πρώτη φορά εδώ την ψυχρότητα που έχει τονίσει ιδιαίτερα στα τελευταία του έργα. Συνδυάζει υπέροχα την εξαιρετική μουσική και την πανέμορφη φωτογραφία, και χτίζει επιβλητική ατμόσφαιρα, με γρήγορους ρυθμούς όταν τους χρειάζεται και πάντα μια αίσθηση απειλής και μυστηρίου. Η κλιμάκωση είναι έντονη και το φινάλε όσες φορές κι αν το δεις, ανατριχιαστικό. Και τελικά, όσο χιλιοπαιγμένη ταινία κι αν είναι το Se7en, πάντα σε βάζει σε σκέψεις, και πάντα σου μαυρίζει την ψυχή. Και ζητάς κι άλλο.


(*) Δεν υπάρχει πάντα όρεξη να δεις κάτι καινούριο. Μερικές φορές λοιπόν κι εγώ αρχίζω να ξεσκονίζω τα dvd της βιβλιοθήκης ή τα βάθη του σκληρού δίσκου, για κάτι που εγγυημένα με “πιάνει”. Όχι όσο συχνά όσο θα ήθελα, αλλά μερικές μέρες (νύχτες), δεν έχω καλύτερο απ' το να αφήνομαι στην παρήγορη συντροφιά μια αγαπημένης ταινίας. Στην παρούσα “στήλη” θα επιχειρήσω να γράφω για τέτοιες ταινίες, που έχουν αντέξει για μένα το τεστ της πολλαπλής προβολής και που δεν θα σταματήσω ποτέ να λατρεύω ξανά και ξανά.

Read more...

Love (2011)

>> Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011


Ελληνικός τίτλος: Αγάπη



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: William Eubank
Σενάριο: William Eubank
Παίζουν: Gunner Wright

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Sci-fi, μυστήριο, δράμα






Αστροναύτης που επανδρώνει τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό, χάνει την επαφή με τη Γη. Μόνος του, χωρίς επικοινωνία με άλλον άνθρωπο, μάχεται να μείνει ζωντανός και να κρατήσει τα λογικά του.


Το Love διαφημίστηκε με συγκρίσεις με το Moon και το 2001: A Space Odyssey. Παίρνει όντως στοιχεία και απ' τα δύο, αλλά νομίζω βρίσκεται θεματικά και τεχνικά πιο κοντά στο κλασικό αριστούργημα του Stanley Kubrick. Στην πραγματικότητα βέβαια, είναι μια αρκετά πιο lite εκδοχή του. Μοιράζεται τους αργούς του ρυθμούς και την οπτική-ηχητική τελειότητα, αλλά στερείται τους συμβολισμούς του, και κάπου χάνει το νόημα αυτών που θέλει να πει. Ξεκινάει ως ψυχογράφημα ενός ανθρώπου αποκομμένου από το υπόλοιπο είδος του και μεταφέρει θεσπέσια την απόγνωση και την μοναξιά του, με σκηνές έντασης αλλά και σουρεαλιστικές εικόνες για τα όνειρα και τις σκέψεις του. Εμβόλιμα κομμάτια από ζωές άλλων ανθρώπων, τονίζουν πόσο απρόβλεπτο μπορεί να είναι ένα ξένο περιβάλλον και πόσο περισσότερη προσπάθεια απαιτείται για την επιβίωση σ' αυτό. Όσο κι αν σε καλύπτει όμως στο δραματικό κομμάτι ή στο μυστήριο, το Love έχανε για μένα στο sci-fi. Αργούς ρυθμούς και φαινομενικά “ξεκάρφωτες” εικόνες είχε και το 2001, αλλά το μήνυμα που άφηνε στο τέλος ήταν ισχυρό. Εδώ, αν και εντυπωσιακό οπτικά, το ταξίδι του πρωταγωνιστή τελειώνει με μια σειρά από διαπιστώσεις, που προσωπικά δεν με έπεισαν για την σύνδεση της ταινίας με τον τίτλο της, αλλά με άφησαν να ξύνω το κεφάλι μου με απορία. Παρ' όλα αυτά, νιώθω ότι με μια δεύτερη θέαση, η εμπειρία θα ολοκληρωθεί, και ακόμα και στα σημεία που είναι ακατανόητο ή παραληρηματικό, με κράτησε σχετικά εύκολα. Βοήθησε πολύ σ' αυτό ο τεχνικός τομέας, καθώς μουσική και σκηνοθεσία ήταν πραγματικά αριστουργηματικά. Αν ήταν λίγο πιο προσεγμένο και το σενάριο του, θα μιλούσαμε για ένα sci-fi διαμάντι, ενώ τώρα το Love είναι απλά ένα έργο που είχε τα φόντα να πιάσει την κορυφή, αλλά δεν τα κατάφερε στα σημεία. Αργό αλλά οπτικά και ακουστικά πανέμορφο, θέλει προσπάθεια, υπομονή και σίγουρα και δεύτερη θέαση, αλλά νομίζω πως σε αποζημιώνει με το παραπάνω.


Read more...

Double Feature #2: A History of Violence (2005) & Eastern Promises (2007)

>> Κυριακή 21 Αυγούστου 2011



David Cronenberg πίσω απ' την κάμερα και Viggo Mortensen μπροστά απ' την κάμερα, και οι δύο σε μεγάλα κέφια. Περίπου 1,5 ώρα κάθε ταινία, και δένουν αρκετά ώστε να προσφέρονται για ωραιότατο double feature.

A History of Violence (2005)

Οικογενειάρχης λαμβάνει status ήρωα σε μικρή πόλη όταν εξολοθρεύει εγκληματίες που εισβάλλουν στο μαγαζί του. Η επίθεση όμως αυτή θα ταράξει τη ζωή του, ξεκινώντας απ' την πνευματική του ισορροπία και φτάνοντας μέχρι και τον τρόπο με τον οποίο τον βλέπει η οικογένειά του. Ίσως το History of Violence έχει απ' τους πιο περιεκτικούς τίτλους που έχω δει ποτέ, και ταυτόχρονα απ' τους πιο ειλικρινείς. Ξεκάθαρα κι απ' την πρώτη μόλις σκηνή, η ταινία ασχολείται με το φαινόμενο της βίας, όπως αυτή εκφράζεται σε διαφορετικά περιβάλλοντα και από διαφορετικά αίτια, αλλά και όπως την αντιμετωπίζουν ή επηρεάζονται απ' αυτήν, διαφορετικοί χαρακτήρες. Όσο ασχολείται αποκλειστικά μ' αυτό το θέμα, το κάνει εξαιρετικά, με πολύ ενδιαφέρουσα την αλλαγή της δυναμικής της οικογένειας του ήρωα, και βολικές ευκαιρίες για σκάλισμα στο παρελθόν του. Αν με έχασε με κάποιο τρόπο, ήταν όταν συμβιβάστηκε ο χαρακτήρας του -εξαιρετικού ερμηνευτικά- Viggo Mortensen μ' αυτό του το παρελθόν και πήρε πια εντελώς άλλη action-heavy τροπή. Ακόμα κι έτσι όμως, δόθηκε ευκαιρία να απολαύσουμε παραπάνω απ' την εντυπωσιακή σκηνοθεσία του David Cronenberg, ο οποίος διαλέγει σταθερά και βαθιά πλάνα, χωρίς έντονο μοντάζ ή απότομες κινήσεις της κάμερας, και παραδίδει πεντακάθαρη old-school δράση, ντυμένη απ' την ατμοσφαιρική μουσική του Howard Shore. Σίγουρα όχι αψεγάδιαστο, αλλά πανέμορφο οπτικά και με έξοχο ρυθμό, το History of Violence δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό το hype που το περιτριγυρίζει. 3,5/5


Eastern Promises (2007)

Νεαρά Ρωσίδα πεθαίνει στο Λονδίνο, καθώς φέρνει στον κόσμο το μωρό της. Το ημερολόγιό της πέφτει στα χέρια μιας νοσοκόμας, η οποία βάζοντας στόχο να βρει την οικογένειά της, μπλέκει με την ρώσικη μαφία, και τον οδηγό του “νονού”. Στιβαρό crime-drama, που μπορεί να μην εξετάζει τη μαφία στο βάθος που φτάνουν άλλες κλασικές γκανγκστερικές ταινίες, αλλά δεν το επιδιώκει κιόλας, δίνοντας βάση στους χαρακτήρες της Naomi Watts και του Viggo Mortensen, και χτίζοντας πάνω τους το δράμα. Μέσω αφήγησης απ' το ημερολόγιο ξετυλίγεται παράλληλα και η ιστορία της νεκρής κοπέλας, που δένει όμορφα με τα γεγονότα του παρόντος και δίνει μια ματιά στη ζωή των κοριτσιών που καταλήγουν στην αγκαλιά της μαφίας. Χωρίς φανφάρες ή υπερβολική δράση, ο Cronenberg στήνει καταπληκτική ατμόσφαιρα, με σεβασμό στην ρώσικη κουλτούρα αλλά και αποφεύγοντας να πέσει στην παγίδα της “αποθέωσης” της ζωής των παρανόμων. Ήρεμη, με τα κλασικά καθαρά κάδρα που λατρεύει ο Cronenberg (και εγώ :P), αλλά ταυτόχρονα όσο δυνατή και ώριμη χρειάζεται, μέσω ερμηνειών και διαλόγων. Εξαιρετικός ο Viggo Mortensen, πανέμορφη η μουσική του Howard Shore και εντυπωσιακή η φωτογραφία. Όποιος ψάχνει δράση θα απογοητευτεί, αλλά όποιος ψάχνει δράμα και ατμόσφαιρα, νομίζω θα γοητευτεί όσο κι εγώ. 4/5


Read more...

Watching Sidney Lumet – Part 1

>> Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011




Έχοντας δει -και λατρέψει- μόνο τα “βασικά” απ' τον μεγάλο αυτό σκηνοθέτη (12 Angry Men, Network, Dog Day Afternoon, Murder on the Orient Express κτλ), αποφάσισα φέτος να μπω λίγο πιο βαθιά στη φιλμογραφία του. Τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της εμπειρίας υπάρχουν παρακάτω, με σκέψεις για πέντε ταινίες του Lumet, και προοπτική για συνέχεια του “project” στο μέλλον.




The Anderson Tapes (1971)

Ο Duke Anderson βγαίνει μετά από 10 χρόνια απ' τη φυλακή, και αποφασίζει να ληστέψει μια πολυκατοικία. Βρίσκεται όμως υπό παρακολούθηση και η παραμικρή του κίνηση καταγράφεται σε ταινίες. Κρατάω ειδική θέση στην καρδιά μου για καλοφτιαγμένα heist/caper movies. Ο Sidney Lumet δεν απογοητεύει, και βάζει ακόμα μια ταινία στις λίστα με τις αγαπημένες μου ταινίες του είδους. Καλοστημένο το έγκλημα, με ελαφρύ χαρακτήρα αλλά καλογραμμένους διαλόγους. Έξυπνη η χρήση των flash-forwards, με τη δράση να διακόπτεται για να δούμε τα θύματα να περιγράφουν την εμπειρία τους στα αντίστοιχα σημεία της ληστείας. Ωραία καινοτομία επίσης και η παρακολούθηση, κι ας είναι ο ήχος σε μερικά σημεία περισσότερο cheesy από sci-fi των 40s, αλλά ίσως για κάποιους λίγο unrewarding η αποκάλυψη για το ποιος κρύβεται πίσω της. Εύκολα παρατηρείς σκηνοθετικές τεχνικές που τελειοποίησε αργότερα ο Lumet στο Dog Day Afternoon, το οποίο (όπως και τις υπόλοιπες “σοβαρές” ταινίες του σκηνοθέτη) το Anderson Tapes μπορεί να μην φτάνει σε ποιότητα, αλλά είναι αρκετά έξυπνο για να ικανοποιήσει τους λάτρεις του είδους και αρκετά ελαφρύ και διασκεδαστικό για να κρατήσει και τους υπόλοιπους. Αξίζει μια θέαση ακόμα και μόνο για την cultίλα της κατάξανθης χαίτης του νεαρού τότε Christopher Walken ή τον εξαιρετικό Sean Connery που κουβαλάει ακόμα λίγο απ' τον αέρα του James Bond. 3,5/5


Fail-Safe (1964)

Ένα τεχνικό σφάλμα κατά τη διάρκεια τυπικών κινήσεων των αεροπλάνων της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας, θα στείλει μια ομάδα βομβαρδιστικών με στόχο τη ρίψη πυρηνικών στη Μόσχα. Όταν η ανάκλησή τους κριθεί αδύνατη, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ επιχειρεί να πείσει τον Ρώσο ομόλογό του να μην ανταποδώσει την επίθεση. Στιβαρό πολιτικό θρίλερ με φόντο τον Ψυχρό Πόλεμο, που θυμίζει αρκετά σε concept τον Dr Strangelove του Kubrick, χωρίς φυσικά την σατιρική διάθεση και τον κωμικό χαρακτήρα. Κι όμως, οι δύο ταινίες (που μοιράζονται και την ίδια χρονολογία κυκλοφορίας!) είναι εξίσου αριστουργηματικές. Κοιτώντας την σοβαρή πλευρά μια τέτοιας ενδεχόμενης “πυρηνικής κρίσης”, ο Sidney Lumet φτιάχνει μια εξαιρετική ταινία που διαδραματίζεται πρακτικά μόλις σε τρία δωμάτια, καταφέρνοντας όμως ακόμα κι έτσι, να μεταφέρει στον θεατή το μέγεθος της κλίμακας του επεισοδίου. Η ιστορία που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, είναι κυριολεκτικά ένα nail-biting thriller, με άφθονο σασπένς, και όσο ένταση μπορούμε να φανταστούμε πως θα υπήρχε και στην πραγματικότητα κατά την διάρκεια ενός τόσο ισχυρού διπλωματικού επεισοδίου. Ταυτόχρονα όμως, το Fail-Safe δεν χάνει την ευκαιρία να μελετήσει την ψυχολογία των ανθρώπων που εμπλέκονται σε μια τέτοια κατάσταση, με κάποιους να προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν για να περάσουν την προσωπική τους ατζέντα, άλλους να καταρρέουν απ' την πίεση, άλλους να μένουν ψύχραιμοι και να ψάχνουν την ιδανική λύση και άλλους να βλέπουν πέρα από εθνικότητες και να προβάλλουν τους κοινούς παρονομαστές με τον “εχθρό”. Εντυπωσιακό το πεντάλεπτο μονόπλανο με τον Πρόεδρο και τον διερμηνέα, ακόμα εντυπωσιακότερο το φινάλε, και μια διάχυτη προσπάθεια για στήριξη ενός γνήσιου αντιπολεμικού μηνύματος, που τονίζει την αξία της ανθρώπινης ζωής, σε όποια πλευρά κι αν βρίσκεται. Έξοχο. 5/5


The Offence (1972)

Σκληροτράχηλος και “παλιός” ντετέκτιβ χάνει την ψυχραιμία του κατά την ανάκριση υπόπτου για αποπλάνηση ανηλίκων, και τον στέλνει στο νοσοκομείο με σοβαρά τραύματα. Ως μεταφορά θεατρικού έργου, η ταινία περιορίζεται σε λίγα σκηνικά, και αυτό την βοηθάει να ξεφύγει ελαφρά απ' το σωρό των αστυνομικών δραμάτων. Ξεχωρίζει βέβαια επίσης γιατί αδιαφορεί για το “αστυνομικό” κομμάτι, και αναλώνεται κατά κύριο λόγο στο ψυχογράφημα ενός ανθρώπου που αφενός θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο απ' τους εγκληματίες που κυνηγάει και ανακρίνει, αλλά αφετέρου επιχειρεί να δικαιολογήσει τις πράξεις -και τις σκέψεις- του, πρώτα σε ανωτέρους και έπειτα στον εαυτό του. Στο πρώτο 40λεπτο ο Lumet πειραματίζεται και η σκηνοθεσία του είναι ιδιαίτερα φαντεζί, γεμάτη slow-motion, θολούρα και διάσπαρτες εικόνες, κάτι που ενώ στην αρχή κουράζει, δένει τελικά όμορφα με τα κομμάτια που μένουν στην gritty ατμόσφαιρα που μας έχουν συνηθίσει τα 70s, και βοηθούν ίσως να εκτιμήσεις ακόμα περισσότερο τη συνέχεια. Τρία αριστουργηματικά tet-a-tet του Sean Connery, που βρίσκεται σε μια απ' τις καλύτερες ερμηνευτικές στιγμές της καριέρας του, απογειώνουν την ταινία, με ωμούς και ανατριχιαστικά ρεαλιστικούς διαλόγους και εντυπωσιακές supporting ερμηνείες, ειδικά απ' τον Ian Bannen. Ακόμα κι αν φαίνεται δύσκολη ή περίεργη η εισαγωγή του, το Offence είναι λουκούμι για τους fans των dialogue-heavy ταινιών, καθώς και ωραία σπουδή στην θεωρία ότι όλοι κρύβουμε βαθιά μέσα μας ένα τέρας, που ψάχνει ευκαιρίες να βγει στην επιφάνεια. 4/5


The Verdict (1982)

Έγκυος μένει φυτό κατά την εισαγωγή της στο νοσοκομείο, μετά από λάθος των αναισθησιολόγων. Την υπόθεση αναλαμβάνει δικηγόρος με κακό ιστορικό, που θέλοντας να αποδείξει την αξία του και αδιαφορώντας για τους κινδύνους, δεν δέχεται χρηματικό συμβιβασμό, αλλά πηγαίνει στο δικαστήριο. Η ταινία ξεκινάει ως τυπική ιστορία ενός ανθρώπου που αποφασίζει να τα βάλει μόνος του με το σύστημα, το οποίο στην προκείμενη περίπτωση αντιπροσωπεύουν μια ομάδα μεγαλοδικηγόρων, ένας προκατειλημμένος δικαστής και μάρτυρες που σιωπούν. Η δικαστική υπόθεση αυτή καθ' εαυτή φαντάζει υπερβολικά απλή και ίσως αρκετά δύσχρηστη για δίωρη ταινία. Κι όμως, αυτή η μικρή κλίμακα της ιστορίας είναι που εν τέλει επιτρέπει στο Verdict να αφοσιωθεί στους χαρακτήρες του και να μην περιμένει -όπως αρκετές ταινίες του είδους- να σωθεί την τελευταία στιγμή από συγκινήσεις και ανατροπές. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι δεν υπάρχουν και τέτοιες, απλά είναι τόσο όμορφα στημένη η ιστορία και τόσο καλός ο ρυθμός με τον οποίο ξετυλίγεται, που δεν τις αναζητάς για να βρεις ενδιαφέρον. Το σενάριο του David Mamet (τον οποίο προσωπικά εκτιμώ ιδιαίτερα για τις εξαιρετικές μεταφορές του) είναι καταπληκτικό και ο Sidney Lumet εξασφαλίζει με μαεστρία ότι οι ηθοποιοί θα το αποδώσουν όπως του αξίζει. Ιδιαίτερα εγκώμια αξίζει ο Paul Newman, που αποδίδει τον χαρακτήρα του με σωστές δόσεις παρεξηγημένης ιδιοφυΐας και ταλαιπωρημένου μεσήλικα που μάταια ψάχνει συγκίνηση στη ζωή του, άλλοτε ψύχραιμου και άλλοτε θερμόαιμου. Οι νύξεις για την διαφορετική ερμηνεία της έννοιας της δικαιοσύνης απ' τον κάθε άνθρωπο είναι εύστοχες και η ώρα περνάει νεράκι, με το Verdict να είναι εν τέλει απ' τις πιο καλοφτιαγμένες και ενδιαφέρουσες ταινίες που έχει να επιδείξει το είδος. 4,5/5


Deathtrap (1982)

Συγγραφέας θεατρικών θρίλερ μυστηρίου αδυνατεί να πλησιάσει το επίπεδο που είχε τα προηγούμενα χρόνια, με τα τελευταία έργα του να αποτυγχάνουν το ένα μετά το άλλο. Όταν ένας μαθητευόμενος του στέλνει το προσχέδιο ενός πολλά υποσχόμενου θρίλερ, αρχίζει να σκέφτεται μέχρι και το ενδεχόμενο να τον σκοτώσει για να το οικειοποιηθεί και να κάνει ξανά επιτυχία. Άρχισα την ταινία με χαμηλές προσδοκίες, αλλά στο βάθος του μυαλού μου (λόγω και της παρουσίας του Michael Caine σαν πρωταγωνιστή ίσως) είχα ελπίδες για ένα κωμικό crime-mystery που θα έφτανε στο επίπεδο του Sleuth (1972). Μπορεί το Deathtrap να μην έφτασε τελικά τόσο ψηλά, αλλά κατά την ταπεινή μου άποψη, πλησίασε αρκετά. Ως μεταφορά θεατρικού έργου στη μεγάλη οθόνη, η ιστορία διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο σε ένα σπίτι, και ο Lumet για άλλη μια φορά το εκμεταλλεύεται θαυμάσια, αξιοποιώντας τόσο τα πλεονεκτήματα που δίνει μια θεατρική σκηνή, όσο και τα “bonus” που μπορεί να προσφέρει ο κινηματογράφος. Μπορεί όμως η ευρηματική του σκηνοθεσία να προσθέτει αρκετούς πόντους στην ταινία, αλλά η πλοκή είναι εδώ το βασικό αξιοθέατο. Εντυπωσιακό στήσιμο για αρχή και συνεχόμενες ανατροπές, των οποίων την ύπαρξη για να προχωρήσει η ιστορία μπορεί να προβλέψεις, αλλά σίγουρα θα σε αφήσουν σε αρκετές στιγμές με το στόμα ανοιχτό. Ευκολιούλες υπάρχουν (ειδικά προς το τέλος), αλλά τις συγχωρείς εύκολα όταν συνοδεύονται από αριστοτεχνικό σασπένς και ένα κατά τα άλλα πολύ ευχάριστο και πολύπλοκο σενάριο. Εξαιρετικές ερμηνείες απ' το πρωταγωνιστικό δίδυμο, που απογειώνουν τους διαλόγους στις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, και μια υπέροχη meta αίσθηση καθ' όλη τη διάρκεια του έργου, που βάζει τα γυαλιά σε αυτό που πήγε να κάνει ο Wes Craven με τα Scream. Δεν πετυχαίνει παντού διάνα, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του το Deathtrap είναι έξυπνο και πολύ καλοφτιαγμένο. 4/5


To be Continued...

Read more...

Harry Potter and the Deathly Hallows: Part 2 (2011)

>> Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011



Τι ψάχνεις από το κλείσιμο μιας εποχής; Χαρά; Συγκίνηση; Λύτρωση; Η J.K. Rowling μας έλεγε όλο και περισσότερο όσο πιο βαθιά έμπαινε στη σειρά του Harry Potter, ότι σε σκοτεινές εποχές, μπορείς -και οφείλεις- να στηριχτείς στους φίλους σου. Με άκρως εντυπωσιακό τρόπο οι Kloves και Yates βάζουν για το φινάλε αυτούς τους φίλους στο προσκήνιο, αναγνωρίζοντας ποιοι ήταν οι αφανείς ήρωες και έχοντας ευκαιρία και χρόνο αυτή τη φορά να διορθώσουν παραλείψεις του παρελθόντος και να κλείσουν παραπάνω από ικανοποιητικά πολλά sub-plots. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι μπαίνει σε δεύτερη μοίρα η κεντρική ιστορία, και στο τελευταίο μέρος της σειράς έχει γίνει μάλλον και η καλύτερη δουλειά στην μεταφορά της βασικής πλοκής. Εξαιρετικά πιστό -μέχρι και στα πιο αδύναμα κομμάτια του βιβλίου-, αλλά και με σωστές δόσεις από στυλιστικές και σεναριακές ελευθερίες, που δουλεύουν πολύ όμορφα και συμβάλλουν στην δυνατή ανάπτυξη των χαρακτήρων.


Το 2ο μέρος του Deathly Hallows είναι φυσικά γεμάτο δράση, όμως δεν είναι οι εντυπωσιακές χορογραφίες και τα φαντεζί πλάνα στις μάχες που σου μένουν. Με κυρίαρχο θέμα τον αλτρουισμό και την ευγνωμοσύνη του ήρωα για την αυταπάρνηση που έδειξαν οι γύρω του, η ταινία είναι ένας άκρως συγκινητικός ύμνος στην υπέρτατη πράξη ηρωισμού, την θυσία. Γιατί τι άλλο είναι η αγάπη λέει η Rowling, αν όχι η αποδοχή της ανάγκης για απώλεια της δικής σου ζωής, αν αυτή θα σώσει χιλιάδες άλλες ψυχές; Ο David Yates ξεπερνάει τον εαυτό του σκηνοθετώντας με μαεστρία την αποδοχή αυτή από μεριάς του Harry Potter -αλλά φυσικά και του Severus Snape-, με μαγευτικά ήρεμα πλάνα, που σε βγάζουν στιγμιαία εκτός της δράσης, και βάζουν ψυχή και συναίσθημα στον αγώνα αυτόν για την επικράτηση έναντι του κακού. Σημάδι της επιτυχίας του, η συχνότητα που θα νιώθεις τα μάτια σου να βουρκώνουν, ακόμα και σε 1-2 γραμμές διαλόγου, ή μερικές νότες από το εκπληκτικό soundtrack του Alexandre Desplat. Φοβερά φορτισμένη η ταινία σε πάνω απ' τη μισή της διάρκεια, και πάντα χωρίς να χρειάζεται να ρίξει βαρύγδουπες ατάκες ή να αρμέξει στο μελόδραμα τους θανάτους οικείων προσώπων για να το πετύχει. Δεν είναι εντελώς αψεγάδιαστο, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι και το τέλειο κλείσιμο ενός franchise που, όπως πολύ ωραία έθεσε ο Dark Tyler, έφτασε να είναι πολύ καλύτερο απ' όσο είχε ανάγκη να είναι.


Πανέμορφο και άκρως συγκινητικό, είναι στα αλήθεια το Τέλος μια Εποχής. Ευχαριστούμε Steve Kloves. Ευχαριστούμε David Yates. Ευχαριστούμε Joanne K Rowling.


Read more...

The Tree of Life (2011) [Minor Spoilers]

>> Κυριακή 29 Μαΐου 2011


Ελληνικός τίτλος: Το Δέντρο της Ζωής




Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Terrence Malick
Σενάριο: Terrence Malick
Παίζουν: Brad Pitt, Jessica Chastain, Sean Penn

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Δράμα





(Δύσκολο να περιγράψω αυτήν την ταινία χωρίς spoilers, κι ας το προσπάθησα αρκετά. Η πρώτη και η τελευταία παράγραφος είναι σε κάθε περίπτωση εντελώς “καθαρές”.)

Πέντε χρόνια μετά το πρώτο στραβοπάτημα της φιλμογραφίας του με το The New World, ο Terrence Malick επιστρέφει με ένα φοβερά φιλόδοξο project, που υπόσχεται για άλλη μια φορά, σπουδή πάνω στη ζωή και στο θάνατο. Αντικείμενο μελέτης αυτή τη φορά, μια οικογένεια στα 50s, που χάνει τον μεγαλύτερο γιο της, στα 19 του χρόνια. Ξεκινώντας από το πένθος της μητέρας, γυρνά πίσω για να επικεντρωθεί στη δημιουργία της οικογένειας, και τη μετάβαση του γιου από την αθωότητα στην προεφηβεία.


Ακόμα νωρίτερα όμως, ο Malick επιλέγει να γυρίσει όσο πιο πίσω μπορεί: στη δημιουργία του κόσμου. Ναι, ξεκινάει με το σκοτάδι, δείχνει τη γέννηση του φωτός, το Big Bang, τους δεινόσαυρους και την εξαφάνισή τους. Για 20 περίπου λεπτά, κάνει ένα ταξίδι στην ιστορία της ζωής, με πανέμορφες εικόνες απ' τη φύση και ένα μετρημένο voice-over σε σημεία. Εδώ είναι και το πρώτο παράπονο των επικριτών της ταινίας, μιας και δεν μιλάμε για ιδιαίτερα βατή επιλογή απ' την πλευρά του σκηνοθέτη. Προσωπικά εντυπωσιάστηκα, γιατί αν και εικόνες που μπορείς να δεις σε ντοκιμαντέρ, θεωρώ ότι ταιριάζουν πολύ όμορφα (ντυμένες μάλιστα με την μουσική του Alexandre Desplat) στο θέμα που πραγματεύεται η ταινία.


Στην υπόλοιπη διάρκεια, η ταινία -πέρα απ' τα flashforwards-σφήνες στο μέλλον του άλλου γιου- σταματά στα 50s και παρουσιάζει την ιστορία της οικογένειας, αφ' ενός απ' την πλευρά του πατέρα, και αφ' ετέρου μέσα απ' τα μάτια του γιου. Εδώ βρήκα την παρουσίαση των δυναμικών της οικογένειας εξαιρετική. Έντονη αντίθεση μεταξύ των δυο γονιών, ως προς την διαπαιδαγώγηση των παιδιών, με την μητέρα να προσπαθεί να μεταδώσει χρηστά ήθη και αξίες, και τον πατέρα-πατριάρχη, να είναι πιο κυνικός και να προσπαθεί με τον άγριο τρόπο του να επιβληθεί, αλλά και να δείξει ότι η ζωή είναι σκληρή και πρέπει να είσαι έτοιμος να γίνεις βίαιος. Εξίσου διαφορετικοί μεγαλώνοντας θα γίνουν και οι δύο μεγαλύτεροι γιοι, με τον μεγάλο να αρχίζει να μοιάζει περισσότερο στον πατέρα του, και τον μεσαίο που έχει κληρονομήσει την αγνή -και σε σημεία, αφελή- ψυχή της μητέρας, να αγαπάει και να εμπιστεύεται τυφλά τον συνάνθρωπό του.


Σαν family drama και σαν coming-of-age ιστορία λοιπόν, για μένα το Tree of Life πετυχαίνει διάνα. Βέβαια δεν είναι και εντελώς βατό, και παρά την όμορφη φωτογραφία και τις εξαιρετικές ερμηνείες των μικρών παιδιών, κάνει κάπου στη μέση μια κοιλιά, και τραβάει λιγάκι παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε. Και προσωπικά είχα πρόβλημα και με την κλιμάκωση. Βρήκα τις εικόνες από τη γένεση του κόσμου στην αρχή, μαγευτικές. Όμως στο φινάλε, αποφασισμένος ότι θέλει να δώσει λυτρωτικό χαρακτήρα (όμοια με το “letting go” πνεύμα του The Fountain του Aronofsky), προσπαθεί με ξερό μοντάζ εικόνων να φτάσει πίσω στη μάνα και τη λήξη του πένθους της. Εικόνες όμορφες μεν, και μέχρι ενός σημείου με ωραίους συμβολισμούς, αλλά αυτή η αίσθηση του ατελείωτου με ενόχλησε λίγο.


Γενικά το The Tree of Life μπορεί να είναι δύσκολο και ανορθόδοξο, αλλά προσωπικά πιστεύω ότι με ανοιχτό μυαλό και υπομονή, θα ανταμειφθείς. Πανέμορφα γυρισμένο, μπορεί να μην πετυχαίνει για μένα τόσο ψηλά στη φιλοσοφία όσο το The Thin Red Line, αλλά και πάλι είναι γεμάτο βαθιά νοήματα, και είναι σίγουρα μια έντονη πνευματική εμπειρία που θέλησε ο σκηνοθέτης να μοιραστεί μαζί μας. Μοιάζει λίγο προχειροφτιαγμένο σε σημεία, με ξεκάρφωτες εικόνες να προσπαθούν να σε “πιάσουν”, και προσωπικά ένιωσα τον Malick να “φοβάται” να πάει και παραπέρα αυτό το ταξίδι μέσα στο χρόνο και να συμβιβάζεται λίγο μένοντας περισσότερα στα 50s. Παρόλα αυτά, απόλαυσα την εμπειρία και χάρηκα που είδα κάτι διαφορετικό, ακόμα κι αν πιστεύω ότι ήθελε λίγη δουλειά ακόμα.


Read more...

Hanna (2011)

>> Κυριακή 10 Απριλίου 2011




Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Joe Wright
Σενάριο: Seth Lochhead, David Farr
Παίζουν: Saoirse Ronan, Eric Bana, Cate Blanchett, Tom Hollander, Olivia Williams

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Περιπέτεια, δράση, δράμα, εκδίκηση





Ανήλικη ζει με τον πατέρα της σε δάσος, μακριά απ' τον πολιτισμό. Έχει εκπαιδευτεί σαν πολεμική μηχανή, με απώτερο στόχο να πάρει εκδίκηση απ' την μυστική υπηρεσία που “έκαψε” τον πατέρα της.


Μετά απ' τις επιτυχημένες απόπειρές του στο δράμα εποχής (Pride & Prejudice, Atonement), ο Joe Wright ξανασμίγει με την νεαρή Saoirse Ronan, με στόχο ένα δράμα-περιπέτεια που θα συνδυάζει το Kick-Ass με τον Φυγά. Απ' την αρχή είναι ξεκάθαρη η σύνδεση που επιχειρείται με τα παραμύθια των Αδελφών Γκριμ, και ιδιαίτερα με την Κοκκινοσκουφίτσα. Η μικρή, αποκομμένη απ' τον πολιτισμό, ξέρει τα πάντα για την επιβίωση, χωρίς να ξέρει όμως τίποτα και για τη ζωή. Στο ταξίδι της προς το στόχο, φυσικά υπάρχουν και οι “λύκοι” που θέλουν να την κατασπαράξουν, αλλά και οι καλοκάγαθες “γιαγιάδες” που θα προσφέρουν φιλία και αγάπη. Σαν σκελετός για την ιστορία, είναι αξιοπρεπέστατος, και δίνει περιθώρια για πολύ καλή ανάπτυξη του χαρακτήρα της Hanna. Το βασικό μου πρόβλημα όμως, είναι ότι το σενάριο ότι δεν αξιοποιεί σωστά κανέναν άλλο χαρακτήρα, αλλά βασίζεται σε κλισέ που έχουμε δει σε πάρα πολλές ταινίες με μυστικούς πράκτορες και καταδιώξεις. Εντελώς χάρτινος ο χαρακτήρας της Cate Blanchett, με “θολό” background και κάθε άλλο παρά ξεκάθαρα κίνητρα, ενώ και ο -για άλλη μια φορά- εξαιρετικός Tom Hollander, μένει ανεκμετάλλευτος με έναν χαρακτήρα που υπόσχεται πολλά για να δώσει τελικά ελάχιστα. Ευκολίες, αμερικανιές και παντελής αίσθηση του χρόνου με απογοήτευσαν πολύ.


Παρ' όλα αυτά, το Hanna είναι πολύ καλογυρισμένο, με φανταστική φωτογραφία και ταιριαστή για τις σκηνές δράσης βιντεοκλιπίστικη αισθητική. Η καταπληκτική Saoirse Ronan βοηθάει πολύ την ταινία να σε κρατήσει παρά τα προβλήματά της, ενώ θα απολαύσεις και μερικές εξαιρετικά χορογραφημένες σκηνές δράσης, γαρνιρισμένες με πολύ καλή ηλεκτρονική μουσική απ' τους Chemical Brothers. Μπορεί τελικά στη μεσαία ώρα να χάνεται προσπαθώντας να συνδυάσει όσο περισσότερα πράγματα μπορεί από ταινίες του είδους, αλλά πρώτο και τελευταίο μισάωρο είναι εξαιρετικά, και δεμένα μεταξύ τους με πολύ όμορφο τρόπο. Απογοητεύτηκα περιμένοντας πολλά περισσότερα, αλλά γενικά είναι ένα καλό κινηματογραφικό δίωρο.


Read more...

  © Blogger templates Inspiration by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP