Winter's Bone (2010)

>> Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Ελληνικός τίτλος: Στην καρδιά του χειμώνα


Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Debra Granik
Σενάριο: Debra Granik, Anne Rosellini (βασισμένο στο βιβλίο του Daniel Woodrell)
Παίζουν: Jennifer Lawrence, John Hawkes, Garret Dillahunt

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Δράμα





Δεκαεπτάχρονη στην Αμερικάνικη επαρχία (προς Βορρά μεριά απ' ό,τι κατάλαβα απ' τα συμφραζόμενα), συντηρεί μόνη της μια ανήμπορη μάνα και δύο ακόμα πιο ανήλικα αδέρφια. Μια ωραία πρωία, η αστυνομία την πληροφορεί ότι η ζωή της έγινε χειρότερη κατά έναν ακόμη τρόπο: ο πατέρας της έχει συλληφθεί, αλλά είναι ελεύθερος με εγγύηση, την οποία και πλήρωσε βάζοντας υποθήκη το σπίτι της οικογένειας και μια δασική έκταση γύρω απ' αυτό. Αν δεν εμφανιστεί στη δίκη του, αυτά προφανώς χάνονται. Είναι στο χέρι της νεαρής Ree να βρει τον πατέρα της πριν αναγκαστεί να χάσει κάθε ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, αλλά οι συμπολίτες της δεν είναι ακριβώς εξυπηρετικοί...


Λόγω θέματος, αργεί λιγάκι να τραβήξει το θεατή που δεν έχει μεγάλη σχέση με την εν λόγω περιοχή της Αμερικής (υπάρχουν πολλοί τέτοιοι άραγε;). Αν το αφήσεις όμως να εξελιχθεί, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι απλά μια ταινία για ένα κορίτσι που ψάχνει τον πατέρα της. Όσο η Ree εξερευνά την περιοχή, εμφανίζονται μυστήρια γεγονότα και σχέσεις που εμπλέκουν όλο και περισσότερους κατοίκους. Καταφέρνει από κει και πέρα το Winter's Bone να φτιάξει αρκετό σασπένς για να σου κρατήσει αμείωτο -αν όχι αυξανόμενο όσο περνά η ώρα- το ενδιαφέρον. Τεράστιο ατού, το άψογο τεχνικό μέρος: φανταστική σκηνοθεσία, έξοχες ερμηνείες -ειδικά απ' τη μικρή Jennifer Lawrence- και η απαλή χρήση της country μουσικής δένει μια εξαιρετική ατμόσφαιρα που σε κάνει να νιώθεις πως βρίσκεσαι κι εσύ στα δάση του Βορρά της Αμερικής. Δικαίως, ίσως ξενίσει πολλούς η απουσία μια επαρκούς κλιμάκωσης (τουλάχιστον με την κλασική έννοια), αλλά mood piece είναι η ταινία, και ως τέτοια παίρνει άριστα. Δεν είναι Fargo, και παραείναι ιδιαίτερο για να απευθύνεται σε mainstream κοινό, αλλά αν καταφέρεις να μπεις στο πνεύμα, θα το ευχαριστηθείς αρκετά.


(*) Αρχικά ενοχλήθηκα λίγο απ' την παρουσίαση των περισσότερων αρσενικών χαρακτήρων ως μέθυσους, πρεζάκηδες που αδιαφορούν για την οικογένειά τους ή απλά εκδικητικούς και “κακούς”, σε σύγκριση με τις δυνατές γυναίκες, που σηκώνουν όλα τα βάρη που πέφτουν στα πόδια τους, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Γυναίκα σκηνοθέτης βέβαια, οπότε είναι κατανοητό να θέλει να αντιταχθεί στο στερεότυπο της αδύναμης γυναίκας που προσπαθεί να περάσει ο αμερικάνικος κινηματογράφος, και ευτυχώς αργότερα στην ταινία σταματάει να ρίχνει τόσο αρνητικό φως σε κάθε τι αρσενικό. Τελικά δεν το θεωρώ σημαντικό στοιχείο της ταινίας, απλά σκέψεις γράφω και αυτή ήταν μια σκέψη που προέκυψε στην πορεία. :P

Read more...

Tron: Legacy (2010) (περιέχει spoilers) [3D]

>> Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010



Ο Kevin Flynn, πρόεδρος πια της Encom, αγαπημένος game-designer και εκατομμυριούχος, εξαφανίζεται εν μια νυκτί, αφού πρώτα έχει πωρώσει τον 7χρονο γιο του με ιστορίες απ' τον ψηφιακό κόσμο που γνώρισε μερικά φεγγάρια νωρίτερα, μαχόμενος με τον Tron εναντίον του διαβολικού Master Control Program. 20 χρόνια μετά, ο Sam Flynn θα ακολουθήσει τα χνάρια του μπαμπά, και θα βρεθεί να παλεύει προγράμματα στο εσωτερικό ενός υπολογιστή με δικτατορικό καθεστώς.




Να το ξεκαθαρίσω απ' την αρχή. Το Tron: Legacy δεν είναι για τους σνομπ. Δεν πρόκειται να δεις σενάριο με βάθος, ούτε καν προσπάθεια για originality. Αλλά είναι ρε φίλε εμπειρία. Έχοντας δει το original Tron του 1982 και λατρεύοντάς το, πώς γίνεται να μην σου σηκωθεί η τρίχα κάγκελο όταν ακούς στην εισαγωγή της ταινίας τη γεμάτη φωνή του Jeff Bridges να περιγράφει το “πλέγμα” με υπόκρουση την απίστευτη μουσικάρα που έγραψαν οι Daft Punk; Γιατί δεν προσπαθεί να είναι κάτι άλλο το Tron: Legacy, παρά ένα tribute στο διαμαντάκι του 1982. Ο γιος του Ed Dillinger στο ΔΣ της Encom. Το “now that's a big door” του νεαρού Flynn, όταν μπουκάρει απ' την πίσω πόρτα όπως κι ο πατέρας του πριν πολλά χρόνια, για να χαλάσει τη δουλειά στα “κουστούμια”. Το Arcade, τα light-cyles, το παιχνίδι με τους δίσκους, εκείνο το ρημάδι το “νήμα” που μεταφέρει το σκάφος των καλών στο στόχο τους. Ο CGI-Flynn/Clu. Ο Tron goddamnit. Όλα όσα αγάπησες στην πρώτη ταινία, μεταφρασμένα σε απίστευτα ειδικά εφέ του 2010. Και είπα ήδη για το επικό soundtrack των Daft Punk ε;


Ναι, κάπου στη μέση νιώθεις ότι χάνει λίγο το μπούσουλα. Καλός και άγιος ο Michael Sheen, φοβερά αστείος ο χαρακτήρας του, αλλά πιο-κλισέ-πεθαίνεις ρε παιδιά η προδοσία. Επίσης, γιατί όπου “cyberpunk” εσείς διαβάζατε “post-apocalyptic” και κάνατε το τοπίο μαύρο και άραχνο; Και γενικά για σενάριο που υποτίθεται ότι είχαν ρετουσάρει-εγκρίνει Pixar και David Fincher, θα περίμενες να μην υπάρχουν ούτε τα παραμικρά “χωλά” σημεία. Όσα τέτοια κι αν έχει όμως, καταφέρνει να φτάσει σε συναισθηματικά φορτισμένη κλιμάκωση, και να παραδώσει ένα χορταστικό φινάλε. Και για να φτάσεις εκεί, έχεις περάσει ένα ταξίδι-πανδαισία, με απίστευτα οπτικά και ηχητικά εφέ, και πάμπολες jaw-dropping σκηνές δράσης. Μόνα τους αυτά σε αποζημιώνουν για το παχυλό εισιτήριο που πλήρωσες στην είσοδο του σινεμά.


Εν τέλει, αν έχεις δει το Tron του '82, θα λατρέψεις αυτά που έχει κάνει ο Kosinski με τον κόσμο του και ο παράγοντας “νοσταλγία” θα χτυπήσει κόκκινο (ακόμα κι αν το έχεις δει 2 μέρες πριν το original!). Αν δεν το έχεις δει: Α) ντροπή σου, Β) δες το, Γ) πήγαινε να δεις το Legacy ακόμα κι αν δεν σου έχει πει τίποτα το πρώτο. Αν μη τι άλλο, θα ζήσεις ένα οπτικοακουστικό θαύμα, εμποτισμένο με μηνύματα υπέρ του Open Source και της ελευθερίας του λόγου. Αξίζει.


Το 3D: Κατ' αρχάς δεν είναι ολόκληρη η ταινία γυρισμένη σε 3D, παρά μόνο όσες σκηνές διαδραματίζονται στον ψηφιακό κόσμο. Λογικότατο. Και εκεί πάλι, το επίπεδο του 3D διαφέρει ανάμεσα σε σκηνές. Σε γενικές γραμμές όμως, προσδίδει βάθος και κάνει ακόμα πιο εντυπωσιακές μερικές ήδη καταπληκτικές σκηνές δράσης. Λίγο λοιπόν, αλλά εξαιρετικό.

Read more...

Harry Potter and The Deathly Hallows: Part 1 (2010) [περιέχει Spoilers]

>> Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Ακούγοντας για πρώτη φορά ότι το τελευταίο βιβλίο του Harry Potter θα “σπάσει” σε δύο ταινίες, η πρώτη σκέψη ήταν “φυσικά, θέλουν να βγάλουν τα διπλά χρήματα απ' όσο θα έβγαζαν κανονικά”. Και αν πει κάποιος απ' τους παραγωγούς, ότι αυτό δεν ισχύει, είναι ψεύτης. Ξεπερνώντας όμως το οικονομικό του θέματος, κάθε φαν της ομώνυμης σειράς βιβλίων που σέβεται τον εαυτό του, πρέπει να συνειδητοποίησε τη μεγάλη ευκαιρία υπήρχε εδώ. Οι προηγούμενες 6 ταινίες, όσο καλές κι αν ήταν (και ήταν από αρκετά, ως πολύ καλές γι' αυτό που ήθελαν να είναι), δεν μπορούσαν να δώσουν όλα όσα κατάφεραν τα βιβλία να δώσουν: να στήσουν σωστά το backstory και τις σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων, για να μην μείνουν στο τέλος “μαύρα σημεία” και λογικά κενά. Έχοντας στη διάθεσή τους λοιπόν 5 ώρες αυτή τη φορά, αντί για 2,5 , αναπόφευκτα περιμένεις μια πιστή μεταφορά που θα είναι η καλύτερη της σειράς. Πέτυχε; Ω ναι.


Αν είχα ένα βασικό πρόβλημα με την 5η και την 6η ταινία της σειράς, ήταν ότι πέρασαν τα Horcruxes (Πεμπτουσιωτές) που είχαμε ήδη δει και τους χαρακτήρες που είχαν σχέση μ' αυτά, στα ψιλά γράμματα. Εκείνο το ρημάδι το μενταγιόν ή το οικογενειακό δέντρο των Blacks πχ απ' το Τάγμα του Φοίνικα, είχαν παραμεληθεί τελείως. Ευτυχώς, η 7η ταινία καταφέρνει πριν μπει στο ψητό, να σώσει κάτι τέτοια σημεία και να δώσει στους θεατές που δεν έχουν σχέση με τα βιβλία, τις απαραίτητες πληροφορίες για να καταλάβουν τι γίνεται. Και το ακόμα καλύτερο; Δεν μπαίνει στον κόπο να υποδείξει τα αυτονόητα όπως κάνουν τα περισσότερα blockbusters που απευθύνονται σε νεαρές ηλικίες. Αναγνωρίζουν οι Kloves-Yates ότι μιλάμε πια για μια ώριμη και σκοτεινή ιστορία, που απευθύνεται σε ώριμο κοινό, οπότε και δεν χάνουν χρόνο για να εξηγήσουν κάθε παραμικρή λεπτομέρεια. Έτσι, η ταινία ξεφεύγει αρκετά απ' την παιδικότητα που ακόμα και οι πιο “σκοτεινές” απ' τις προηγούμενες ταινίες, δεν κατάφεραν να διώξουν.

 

Είπαμε ότι βασικό πλεονέκτημα του χωρισμού του Deathly Hallows σε δύο μέρη, είναι η δυνατότητα να μείνουν όσο πιο πιστοί μπορούν στο βιβλίο. Θα μπορούσε όμως τελικά να εξελιχθεί σε μειονέκτημα, αν λάβουμε υπ 'όψιν ότι τα καλύτερα (και πιο action-packed) κομμάτια του βιβλίου ήταν σίγουρα στο 2ο μισό. Ευτυχώς, η ταινία δεν πέφτει στην παγίδα να πλατειάσει στις σκηνές στα δάση (στις χειρότερες σκηνές του τελευταίου βιβλίου δηλαδή) και μάλιστα τις εκμεταλλεύεται, για να κάνει κάτι που δεν κατάφερε να κάνει επαρκώς σε 6 ταινίες: να χτίσει τις σχέσεις μεταξύ των τριών πρωταγωνιστών. Κερδίζοντας αυτό το στοίχημα, δεν δυσκολεύεται να κρατήσει το ενδιαφέρον, προσφέροντας εξαιρετικά γυρισμένες σκηνές δράσης (η φυγάδευση του Harry απ' το σπίτι των θείων του, η επίσκεψη στο Υπουργείο, το Godric's Hollow κτλ), με το ενδιάμεσο να μην υστερεί σε ρυθμό.


Και τώρα στο εγκώμιο για τον David Yates. O τύπος ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τον Harry Potter απ' την 5η ταινία, καλούμενος να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το χειρότερο μέχρι τότε σενάριο, αλλά και πάλι κατάφερε να δώσει στη σειρά τη σκοτεινή ατμόσφαιρα που χρειαζόταν για τη συνέχεια. Καθόλου περίεργο ότι έφτασε τελικά να γυρίσει και τις 3 τελευταίες ταινίες, και εδώ δείχνει πιο καθαρά από ποτέ, ότι κοιτάει στα μάτια τον Alfonso Cuaron για το στέμμα του καλύτερου σκηνοθέτη της σειράς. Εκμεταλλεύεται στο έπακρο την ομορφιά των περιοχών της Βρετανίας όπου κλήθηκε να γυρίσει την ταινία (και φυσικά το ταλέντο του cinematographer Eduardo Serra), και προσφέρει εντυπωσιακά πλάνα με οποιοδήποτε στοιχείο κι αν έχει για φόντο: δάση, λιβάδια, βουνά, γκρεμοί, ποτάμια, λίμνες ή χιόνι, όλα τα συνδυάζει με μαεστρία, χωρίς να φαίνονται παράταιρα μεταξύ τους, ακόμα κι αν είναι σε συνεχόμενες σκηνές. Και φυσικά πρέπει να του αποδώσεις την ευθύνη για την ερμηνευτική ωρίμανση των Grint-Radcliffe-Watson, που για πρώτη φορά στέκονται επάξια δίπλα στους φτασμένους ενήλικες συμπρωταγωνιστές τους.


Ειδικής μνείας αξίζει η σκηνή όπου εξηγείται ο μύθος των Κλήρων του Θανάτου. Σε ένα υπέροχο animated clipάκι των 3-4 λεπτών που θα ζήλευε και ο παλιός καλός Tim Burton, μπορείς να δεις γιατί είναι το Deathly Hallows η καλύτερη μέχρι τώρα ταινία της σειράς. Ο David Yates έχει ζήσει πια τον κόσμο της J.K. Rowling, τον έχει αγαπήσει και την 3η φορά που το επισκέπτεται, ξέρει πώς να φέρει μαζί του και τον θεατή. Καταπληκτική ατμόσφαιρα, έντονες συναισθηματικές, αλλά και χιουμοριστικές σκηνές, προσοχή στη λεπτομέρεια (βλέπε την ανατριχιαστική σκηνή με τον Νέβιλ στο Hogwarts Express) φτιάχνουν μια απολαυστική κινηματογραφική εμπειρία, που θέτει γερές βάσεις για το τελευταίο μέρος που θα δούμε το καλοκαίρι.


Read more...

Buried (2010)

>> Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Rodrigo Cortés
Σενάριο: Chris Sparling
Παίζουν: Ryan Reynolds

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Θρίλερ






Φορτηγατζής στο Ιράκ, ξυπνά θαμμένος σε ένα φέρετρο, με μοναδική συντροφιά ένα κινητό και έναν αναπτήρα.


Τύπους φυλακισμένους σε στενό χώρο κάτω απ' τη γη έχουμε ξαναπαρακολουθήσει και στη μικρή και στη μεγάλη οθόνη. Πρόσφατο χτυπητό παράδειγμα το διπλό φινάλε της 5ης σαιζόν του CSI, σκηνοθετημένο απ' τον αγαπητό Quentin Tarantino. Πού ξεχωρίζει το Buried ήδη με το καλημέρα; Δεν “κλέβει”, υπόσχεται 90 λεπτά μέσα στο φέρετρο και αυτό ακριβώς σου δίνει. Ούτε flashbacks θα δεις, ούτε και πώς βρέθηκε εκεί μέσα. Απ' το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό θα βλέπεις μόνο έναν Ryan Reynolds να αγκομαχάει, να αγωνιά για τη ζωή του και την οικογένειά του και να προσπαθεί να σωθεί μιλώντας στο κινητό με κάθε άνθρωπο που θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Και με αυτά μόνο τα τηλεφωνήματα καταφέρνει η ταινία να σου πει τα πάντα σχετικά με τον ήρωά της, γιατί και πώς βρέθηκε σε ένα φέρετρο στη μέση του πουθενά, αλλά και φυσικά να περιγράψει λεπτό προς λεπτό την κατάστασή του, άλλοτε δίνοντας ελπίδες και άλλοτε βάζοντας εμπόδια. Στην πορεία, θα ακούσεις σκληρή κριτική για τον πόλεμο, τη γραφειοκρατία και τα πολιτικά παιχνίδια που παίζονται πίσω από αντίστοιχες απαγωγές και φυσικά με αρκετό χιούμορ, για την ανικανότητα των Αμερικανών τηλεφωνητών. Με φανταστική σκηνοθεσία, ο Rodrigo Cortés δημιουργεί μια εξαιρετικά κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, και με τη βοήθεια του φωτισμού και των ηχητικών εφέ σε κάνει να νιώθεις στο πετσί σου την αγωνία του ήρωα. Κατορθώνει τελικά να σε έχει στην τσίτα επί 1,5 ώρα, αλλά και να σε δέσει συναισθηματικά με τον άτυχο Paul, για να φτάσει με μια ψυχοφθόρα και έντονη κορύφωση, σε ένα αριστουργηματικό φινάλε, που ακόμα κι αν έχεις ψυλιαστεί, δεν θα θαυμάσεις λιγότερο. Ωμό και ατμοσφαιρικό, ένα εξαιρετικό θρίλερ που οφείλεις να μην προσπεράσεις.


Read more...

Iron Man 2 (2010) [Minor spoilers]

>> Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 2010

Να διευκρινίσω πριν αρχίσω το θάψιμο, ότι τα μόνα τεύχη Iron Man που έχω διαβάσει, είναι αυτά που περιλαμβάνονταν στο Civil War, οπότε δεν έχω ιδέα αν η ταινία είναι “σωστή” μεταφορά ή όχι. Λίγη σημασία έχει όμως, αφού τελικά αυτό που είδα, είναι στην καλύτερη μια μέτρια superhero ταινία, λίγο μόνο ανώτερη από αστειότητες τύπου Fantastic Four και X-Men 3.

Όπως έχω ξαναπεί, η πρώτη ταινία δεν με ενθουσίασε, αλλά και πάλι ήταν αρκετά διασκεδαστική για καλοκαιρινή βραδιά στο θερινό κινηματογράφο. Τι περίμενα να κάνει η 2η; Να σοβαρευτεί και να μου δώσει κάτι ανάλογο μ' αυτό που έδωσε ο Nolan στο The Dark Knight. Σημειωσούλα: καλώς ή κακώς, ο χαρακτήρας του Tony Stark / Iron Man παρουσιάστηκε στην πρώτη ταινία ως ένας χαβαλετζής playboy, και προς θεού, nothing wrong with that. Αλλά χωρίς να χάσει το κωμικό ύφος, έπρεπε ο Favreu και η Marvel να δώσουν και μια πιο σκοτεινή πλευρά στην ιστορία, ώστε να μην μοιάζει το Iron Man 2 σαν παρωδία ολόκληρου του superhero genre. Απ' όσο ξέρω, τα comics προσέφεραν απλόχερα αυτήν την ευκαιρία: ο αλκοολισμός. Ένας Iron Man που όταν δεν κυνηγάει κακούς πνίγεται στο Johnny Walker, είναι σαφώς πιο ενδιαφέρων τύπος από έναν ναρκισσιστή, λιγούρη 30άρη, με Messiah complex. Και προσφέρεται για ωραία εσωτερική πάλη και δίνει στο χαρακτήρα μεγαλύτερο κύρος, αφού επιχειρεί να προστατεύσει τον απλό άνθρωπο, πολεμώντας ταυτόχρονα τους δικούς του δαίμονες.


Αντί γι' αυτό το απλό (και με προοπτικές να είναι και επιτυχές) πράγμα, το Iron Man 2 επιλέγει να βάλει τον Stark να αργοπεθαίνει απ' το στοιχείο που χρησιμοποιεί ο αντιδραστήρας στο στήθος του για να τον κρατάει ζωντανό, και παράλληλα να τον κυνηγάει ένας Ρώσος (προπαγάνδα ολέ) για εκδίκηση και ένας ανταγωνιστής από ζήλια που του τρώει τη δόξα. Ναι, φοβερά ενδιαφέροντα πράγματα. Ακόμα κι αν καταφέρεις να βγάλεις κουτσά στραβά την πρώτη ώρα όμως, δεν θα μπορούσες να παραβλέψεις σφάλματα που βγάζουν μάτι:
  1. Κακό χιούμορ. Προσπαθεί υπερβολικά να βγάλει χαβαλέ, βάζοντας τον Stark να κυνηγάει ακόμα περισσότερες γυναίκες, να λέει ακόμα πιο πολλές φορές ότι είναι θεός, να κάνει πιο πολλές γκάφες. Και καλός και άγιος ο Rockwell, αλλά έπρεπε αλήθεια να είναι ο χαρακτήρας του, τόσο γκαφατζής και ανίκανος τύπος; Ή ο Whiplash να νοιάζεται για έναν ψωρο-παπαγάλο και να μιλάει με αστεία προφορά;
  2. Γιατί δεν είναι καμία απολύτως σκηνή εντελώς σοβαρή; Ένιωθα συνεχώς ότι παρακολουθώ παρωδία. Είπαμε ρε μάγκες, το original δούλευε γιατί είχε και το χαβαλέ του, αλλά το να παίρνεις τα πάντα στην πλάκα στο 2ο, σε ποιον φάνηκε τόσο έξυπνη ιδέα; Απ' την ακατάσχετη χρήση της μουσικής για κάθε απλό πράγμα, μέχρι ατάκες του στυλ “give me a fat beat to beat my buddy's ass to” και τις αντίστοιχες κωμικές ερμηνείες για να τις συνοδεύουν, ένιωσα ότι ήταν εντελώς λάθος σε όλη τη διάρκεια η σκηνοθεσία.
  3. Κάκιστη διαχείριση της ώρας. Τρως το πρώτο μισό για να δείξεις τι; Τον Stark να παρουσιάζει πόσο άρχοντας είναι, και την κυβέρνηση να αποφασίζει να του φάει μια στολή αφού δεν μπορεί να τον πείσει να την παραδώσει μόνος του για την προστασία του έθνους. Και μετά στριμώχνεις τη SHIELD, τον Stark να κάνει σοβαρή δουλειά και την τελική μάχη στο άλλο μισό. Και φυσικά το ρομάντζο δεν το σχολιάζω καν, εντελώς ξέμπαρκο.
  4. Δράση; Ποια δράση; Για ταινία που πλασάρεται ως “action” πάνω από 15 λεπτά συνολική δράσης δεν είχε. Και μέχρι ενός σημείου δεν την ζητάς κιόλας, αφού προχωράει δείχνοντας τις προεργασίες κτλ. Δεκτό και επιθυμητό κιόλας, αλλά στο τελευταίο μισάωρο που έπρεπε να υπάρχει η κλιμάκωση και όλος ο χαμός, παραδίδει πάλι μέτριες σκηνές και εντελώς απαράδεκτη δράση στην τελευταία μάχη.

Κανένα καλό δεν είχε λοιπόν αυτή η ταινία; Είχε, και μάλιστα από κει που δεν το περιμένεις. Ως γνωστόν η Marvel κινείται σταδιακά προς το μεγάλο event των Avengers (για τους μη γνώστες, ο σχηματισμός μιας ομάδας υπερηρώων) και προσπαθεί να συνδέει σε κοινό σύμπαν τις ταινίες, δίνοντας στοιχειάκια ή εισάγοντας και ολόκληρους χαρακτήρες. Εκεί που φοβόμουν λοιπόν ότι το Iron Man 2 θα είναι τελικά ένα prequel των Avengers, καταλήγει αυτό να είναι το καλύτερο κομμάτι της ταινίας. Η παρουσία του Nick Fury και της Black Widow, η ασπίδα του Captain America και η σκηνή μετά τα credits (ας μην την spoilάρω, κρίμα είναι :P ) είναι όμορφα κλεισίματα-ματιού για την εισαγωγή στις επερχόμενες ταινίες του “σύμπαντος” και φυσικά για το Avengers του 2012 και σε καμία περίπτωση δεν νιώθεις ότι είναι υπερβολικά ή out-of-place. Πέραν αυτού, εντυπωσιακός οπτικός τομέας και καλές για το είδος ερμηνείες. Όμως, ενώ μπορεί να σε κρατάει υποτυπωδώς και να μην θέλεις να την παρατήσεις, καταφέρνει να απογοητεύσει παίρνοντας εντελώς λάθος τροπή απ' αυτή που έπρεπε να πάρει, και μην παραδίδοντας στον τομέα της δράσης. Χαμένη ευκαιρία και σαν ταινία, εντελώς μέτρια. Ελπίζουμε ο Whedon να αφεθεί ελεύθερος να κάνει ό,τι γουστάρει, ώστε να τους δείξει πώς γίνεται μια σωστή ταινία στο σύμπαν της Marvel.


Read more...

Inception (2010) [Ανάλυση + Spoilers]

>> Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010


Εν μέσω εξεταστικής, αξιώθηκα κι εγώ να πάω να δω επιτέλους το Inception, το οποίο και απόλαυσα τρομακτικά πολύ. Ό,τι ακολουθεί είναι γεμάτο με spoilers, οπότε αν κάποιος μπαίνει ακόμα στο blog μου και δεν έχει δει την ταινία, ας μην διαβάσει το post. Σημειωτέον, ότι μπορεί να έχω πιάσει κάποια σημεία λάθος ή να είναι υπερβολικά χύμα αυτά που θα διαβάσετε παρακάτω. Μια φορά μόνο το έχω δει (ακόμα), συγχωρέστε και αν βγάζει κάτι μάτι, κράξτε στα σχόλια για να φτιαχτεί.

Read more...

The Losers (2010)

>> Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Sylvain White
Σενάριο: Peter Berg, James Vanderbilt (βασισμένο στο ομώνυμο comic του Andy Diggle)
Παίζουν: Jeffrey Dean Morgan, Zoe Saldana, Chris Evans, Idris Elba

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Δράση, περιπέτεια σε κωμικό πακέτο




Μια ομάδα ειδικών δυνάμεων που ελέγχεται απ' τη CIA, θα πέσουν θύματα προδοσίας απ' τον πράκτορα που τους ελέγχει, τον διαβόητο Max. Θέλοντας να πάρουν εκδίκηση για την απόπειρα δολοφονίας εναντίον τους, και να βγάλουν τα ονόματά τους απ' τη λίστα θανάτου της CIA, οι “Losers” αρχίζουν να κυνηγούν τον άνθρωπο που έκλεψε τη ζωή τους. 


Όπως έχω γράψει και εδώ, το The Losers είναι ένα απ' τα πιο αγαπημένα μου comics, αλλά δεν είχα μεγάλες προσδοκίες απ' την κινηματογραφική μεταφορά του. Το σεβάστηκε το Hollywood;

Θεατής Α': Έχεις διαβάσει το comic;

Κατ' αρχάς να σε προειδοποιήσω ότι η ταινία καλύπτει χοντρά χοντρά τα 6 πρώτα τεύχη (το “Goliath” arc δηλαδή). Ενώ θα δεις μπόλικες σκηνές/ατάκες παρμένες καρμπόν απ' το comic, δεν θα δεις ούτε την ίδια σειρά στα γεγονότα, ούτε όλα να γίνονται ακριβώς τα ίδια (μπλεγμένα μεταξύ τους, ουκ ολίγα σημεία), ούτε να γίνονται και τα πάντα. Και αν περιμένεις κάτι παραπάνω από μια ταινία δράσης σαν μεταφορά του αγαπημένου σου comic, θα απογοητευτείς πλήρως. Το συναίσθημα και το πολιτικό μήνυμα απουσιάζουν πλήρως. Το μεγαλειωδών διαστάσεων σχέδιο του Max δεν εμφανίζεται καν. Hell, ακόμα και μια απ' τις καλύτερες action σκηνές του πρώτου arc (την απόδραση με το κότερο ντε) κατάφεραν και άφησαν απ' έξω. Οι χαρακτήρες μπορεί να μην είναι τόσο κλόουν όσο φαινόταν απ' το trailer, αλλά έχουν σίγουρα γίνει περισσότερο κωμικοί. Στα συν, το casting ήταν εξαιρετικό, ειδικά o Chris Evans κι ο Jeffrey Dean Morgan παίζουν όπως ακριβώς είχες στο μυαλό σου τον Jensen και τον Clay αντίστοιχα. Ενώ ξεκινάει όμως εξαιρετικά, στο τέλος καταφέρνει να σε κάνει να χτυπάς το κεφάλι σου απ' τη σύγχυση, αφού ξέρεις πόσο εξαιρετικό θα μπορούσε να είναι. Σε 90 λεπτά, χάνει την ευκαιρία να αναδείξει την καταπληκτική ιστορία που έχει πίσω του, και μένει σε μια μέτρια μεταφορά της εισαγωγής της.

Θεατής Β': Δεν έχεις διαβάσει το comic;

Αν δεν περιμένεις κάτι παραπάνω από μια ανάλαφρη περιπέτεια με μπόλικες εκρήξεις, ξύλο και πιστολίδι, γαρνιρισμένο με κλασικό αμερικάνικο χιουμοράκι, θα περάσεις μια χαρά. Σκηνοθετικά, ο Sylvain White, νομίζω μπορούσε και πολύ χειρότερα. Πέρα απ' την τρελά υπερβολική χρήση του slow-motion, στήνει ωραία τα πλάνα του και προς τιμήν του, δεν ακολουθεί την συνήθη τακτική των σύγχρονων action ταινιών, και σου δείχνει τι ακριβώς γίνεται στις σκηνές δράσης. Λίγο καλύτερους κομπάρσους να είχε πάρει κιόλας, θα ήμουν πολύ πιο ευχαριστημένος. Να δούμε λίγο και τα υπόλοιπα όμως. Μετά το πρώτο 20λεπτο, το σενάριο είναι αρκετά κακογραμμένο, και ενώ διαχειρίζεται ωραία τις ανατροπές του, πετάει στο ενδιάμεσο ένα κολλάζ ατακών απ' το comic, σε συνδυασμό με τους κλασικούς ανούσιους διαλόγους της αμερικάνικης κωμωδιοπεριπέτειας. Τα εφέ είναι αρκετά καλά (και παραδόξως λιτά), η μουσική επένδυση υποφερτή και η δράση αξιόλογη.

Συνοψίζοντας, δεν νομίζω να εντυπωσιάσει κανέναν, fan ή όχι του comic. Αλλά είναι μια ελαφριά ταινιούλα για ζεστό καλοκαιρινό βράδυ όπου θέλεις να δεις κάτι απλό που δεν απαιτεί πολλή σκέψη. Η 1,5 ώρα κυλάει σαν νεράκι, κι αν σου αρέσουν γενικά οι χαζοταινίες δράσης του Hollywood, θα περάσεις αρκετά καλά.

Read more...

Ranking M. Night Shyamalan

>> Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

Πολυσυζητημένος, με πολλούς φίλους αλλά και πολλούς εχθρούς. Έχει κατηγορηθεί ότι είναι “one-trick pony”, ότι κλέβει ιδέες μέχρι κι από παιδικές εκπομπές, ότι έχει καβαλήσει το καλάμι και έχει χάσει το μπούσουλα, και έχει αποκτήσει φήμη κυρίως για την χρήση των twists στο τέλος κάθε ταινίας του. Με αφορμή την κυκλοφορίας της τελευταίας του ταινίας, (το The Last Airbender, που έχει χαντακωθεί απ' τους Αμερικάνους κριτικούς) αποφάσισα να δω όλες τις ταινίες του (να ξαναδω μάλιστα 3 απ' αυτές) και να επιχειρήσω να τις κατατάξω. Παρακάτω θα διαβάσεις τις σκέψεις μου για όλες τις ταινίες του (πλην της πρώτης, το Praying with Anger δεν φαίνεται να κυκλοφορεί σε οποιοδήποτε μέσο), και στο τέλος μια σύνοψη για το πώς τελικά βλέπω εγώ τον M. Night Shyamalan ως σκηνοθέτη-σεναριογράφο. Ακολουθούν λοιπόν οι ταινίες, ξεκινώντας απ' τη χειρότερη και ανεβαίνοντας.

Read more...

Matchstick Men (2003)

>> Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Ελληνικός τίτλος: Επαγγελματίες Απατεώνες


Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Ridley Scott
Σενάριο: Nick Griffin, Ted Griffin (βασισμένο στο βιβλίο του Eric Garcia)
Παίζουν: Nicolas Cage, Sam Rockwell, Alison Lohman, Bruce Altman, Bruce McGill

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Ελαφρύ δράμα, κομπίνες και απατεώνες





Δυο κομπιναδόροι, ζουν εξαπατώντας ανυποψίαστους μεσήλικες, πουλώντας τους σε εξωφρενικές τιμές προϊόντα, με κάλυψη δώρα που δεν πρόκειται ποτέ να παραλάβουν. Ενώ ψάχνουν όμως την ευκαιρία για την μεγάλη απάτη (και τα πολλά λεφτά), θα μπει στη ζωή του ενός η 14χρονη κόρη που δεν είχε ποτέ πριν συναντήσει. Θα αρχίσει να δένεται μαζί της και να ξεπερνάει τις ιδιοτροπίες του, αλλά κι εκείνη δείχνει μια περίεργη κλίση στο επάγγελμά του.


Δεν ξέρω αν το έχω ξαναγράψει εδώ μέσα, αλλά τρελαίνομαι για heist/con movies (και αγαπάω το Hustle φυσικά). Μια παγίδα στην οποία πέφτουν όμως συχνά, είναι να να βασίζονται υπερβολικά στη ληστεία/απάτη και να αμελούν τους χαρακτήρες τους (βλέπε πχ το The Italian Job του 2003, το The Score ή το Heist). Don't get me wrong, τις λατρεύω κι αυτές. Είναι γρήγορες, διασκεδαστικές και σε αρκετό βαθμό έξυπνες. Αλλά την υπέρβαση κάνουν πια - “μετά το 2000” that is - λίγες ταινίες του είδους, με το The Bank Job να ανήκει παραδόξως σ' αυτήν την κατηγορία. Νομίζω ότι πλέον μπορώ να εντάξω εκεί και το Matchstick Men. Σίγουρα απ' τις λιγότερο γνωστές ταινίες του Sir Ridley Scott, πράγμα που τη αδικεί κατάφορα. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά καλοφτιαγμένο δράμα, που ξεδιπλώνεται με μαεστρία, βάζοντας το χαρακτήρα του πρωταγωνιστή του μπροστά από κόλπα εντυπωσιασμού που επιτρέπει το είδος. Κάπου εδώ αρχίζω να πλέκω το εγκώμιο του Nic Cage. Πραγματικά σ' αυτήν την ταινία αποδεικνύει ότι όταν θέλει, μπορεί να παίξει ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ. Ποιο Leaving Las Vegas και ποιο Adaptation, ο άνθρωπος εδώ κεντάει: παίζοντας έναν έξυπνο αλλά τρομερά ανασφαλή απατεώνα, με γερές δόσεις OCD, κάνει κωμωδία, κάνει δράμα, κάνει τα πάντα! Και θα μπορούσες να πεις ότι η ταινία είναι ένα one-man-show, αν δεν ήταν τόσο εξαιρετικοί στους ρόλους τους και ο Sam Rockwell και η Alison Lohman. Όλοι μαζί, με γερή βάση την εξαιρετική σκηνοθεσία του Ridley Scott, φτιάχνουν μια εξαιρετική ταινία, που καταφέρνει να είναι ελαφριά και διασκεδαστική, και ταυτόχρονα γεμάτη αγωνία, ένταση και συναίσθημα.

Read more...

Timecrimes (2007)

>> Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Ελληνικός τίτλος: Εγκλήματα στο χρόνο
Original τίτλος: Los cronocrímenes



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Nacho Vigalondo
Σενάριο: Nacho Vigalondo
Παίζουν: Nacho Vigalondo, Karra Elejalde, Candela Fernández, Bárbara Goenaga

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Μυστήριο, time-travel





Ο Hector και η γυναίκα του έχουν μετακομίσει σε καινούριο σπίτι. Όντας σε σχετικά απομακρυσμένο τόπο στην εξοχή, η περιοχή προσφέρεται για εξερεύνηση. Με ένα ζευγάρι κιάλια αν χείρας, ο Hector αρχίζει να βλέπει παράξενα πράγματα στο κοντινό δάσος και πριν περάσουν πολλές ώρες, θα συναντήσει μια ποδηλάτη, έναν μυστήριο επιστήμονα και έναν ύποπτο μασκοφόρο.


Λίγο από τρόμο στην αρχή για να βάλει στην πρίζα, τρελό σασπένς και μπόλικο μυστήριο που αρχίζει σταδιακά να ξεδιπλώνεται. Σαν κάθε ταινιούλα χαμηλού budget που σέβεται τον εαυτό της, το Timecrimes (ισπανικής παραγωγής) δεν φλυαρεί αλλά σε ρίχνει κατ' ευθείαν στο ψητό, και βάζει στόχο να σου κάνει το μυαλό αλοιφή σε κάθε καινούριο λεπτό που μπαίνει. Το καταφέρνει απόλυτα, και σε κερδίζει απ' την αρχή με την φανταστική του ατμόσφαιρα και το mindfucking σκηνικό του. Φαινομενικά απλό, αλλά τελικά τόσο έξυπνο, θα σου ρίξει αρκετές φορές το σαγόνι στο πάτωμα, και θα σε έχει σε αγωνία ακόμα κι όταν νομίζεις πως ξέρεις τι θα ακολουθήσει. Οι λάτρεις των ταινιών που ασχολούνται με ταξίδια στο χρόνο πρέπει να το βάλουν σε άμεση προτεραιότητα. Όπως και το Primer, μπορεί να σου αφήσει μερικά θολά σημεία (αν και σ' αυτό δεν είναι απαραίτητη δεύτερη θέαση, απλά λίγη σκέψη όταν τελειώσει) αλλά θα απολαύσεις απίστευτα την ένταση επί 90 λεπτά. Προτείνεται η θέαση χωρίς παρέα, σε εντελώς σκοτεινό χώρο.


Το Hollywood ετοιμάζει λέει remake με τον Tom Cruise. Με όλη μου την καρδιά εύχομαι να πατώσει.

Read more...

Double Feature #1: Toy Story (1995) & Toy Story 2 (1999)

>> Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010


Τι μπορεί να είναι καλύτερο από μια ταινία ένα βροχερό βράδυ του καλοκαιριού; Δύο ταινίες! Όσο δελεαστικό κι αν ακούγεται όμως, χρειάζεται προσοχή για να είναι επιτυχημένο το αποτέλεσμα. Τρεις ή τέσσερις ώρες είναι εύκολο να βγουν όταν μιλάμε για μια σειρά (αν υπάρχει ο χρόνος πάντα έτσι; :P ), αφού κάθε επεισόδιο (είτε 20λεπτο είτε 40λεπτο) έχοντας αρχή, μέση και τέλος, είναι πολύ πιο “εύπεπτο”. Με μια ταινία όμως είναι πιο δύσκολο εγχείρημα, πόσο μάλλον με δύο ταινίες back-to-back. Επομένως, η επιλογή πρέπει να είναι προσεκτική για να μην αναγκαστείς να παρατήσεις τη δεύτερη ταινία σε κάποιο σημείο, χαλώντας μέρος της γλύκας του double-feature. Κατ' αρχάς, είναι μονόδρομος να έχουν οι ταινίες κάποιο κοινό άξονα: είτε κοινή θεματολογία, είτε να είναι μέρος μιας διλογίας (ή και τριλογίας για τους πιο τολμηρούς που θα κάνουν μαραθώνιο), είτε να είναι έργα κάποιου συγκεκριμένου σκηνοθέτη/σεναριογράφου/ηθοποιού. Και φυσικά, η διάρκεια της καθεμίας να κινείται σε λογικά επίπεδα. Δύο ταινίες των 2,5 ωρών, όσο ωραίες κι αν είναι, είναι πρακτικά πολύ δύσκολο να συνδυαστούν. Η προσωπική μου εμπειρία έχει δείξει ότι η ιδανική συνολική διάρκεια του double-feature είναι γύρω στις 4 ώρες. Επομένως κοιτάμε για ταινίες 90-130 λεπτών, ενώ αν διαφέρουν δραματικά σε μήκος, προτιμάμε πάντα να δούμε πρώτα την μεγαλύτερη.

Αλλά ας μην μακρηγορώ άλλο, κι ας μπω στο ψητό. Με το Toy Story 3 να ανοίγει στην Ελλάδα, τι πιο ιδανικό για ένα double-feature παρά τα δύο πρώτα Toy Story για να μπούμε στο πνεύμα; Διάρκεια του πρώτου (χωρίς τα end credits): 80 λεπτά. Διάρκεια του δεύτερου: 90 λεπτά. Σύνολο: λιγότερο από 3 ώρες, οπότε παραπάνω από αποδεκτό.

Αγαπάω το animation σαν τρελός και φυσικά η Pixar δεν σταματάει ποτέ να με εκπλήσσει με κάθε καινούρια ταινία της (κι ας μην ενθουσιάστηκα τόσο πολύ με το Up όπως έχω ξαναγράψει). Πρέπει να ομολογήσω όμως ότι τα Toy Story τα έχω δει από μια φορά μόνο το καθένα, και μάλιστα πριν αρκετά χρόνια, οπότε χρειαζόμουν την επανάληψη και με το παραπάνω. Μου άρεσαν όσο και την πρώτη φορά; Δοκίμασε καλύτερα το “ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣOΤΕΡΟ!”.

Toy Story 1 (1995)

Αν τα παιχνίδια ήταν ζωντανά, ποια θα ήταν η καθημερινή τους ζωή; Όταν το παιδί αφήνει το δωμάτιό του, και τα παιχνίδια δεν είναι πια απλά όργανα στα χέρια του, πώς ζουν; Το Toy Story έρχεται να απαντήσει αυτές τις κρυφές μας απορίες, τοποθετώντας μας στη μέση μιας μικρής οικογένειας παιχνιδιών, με αρχηγό έναν αξιολάτρευτο καουμπόη, τον Woody. Όσο κι αν αγαπούν τον ιδιοκτήτη τους, όση περηφάνια κι αν νιώθουν προσφέροντάς του διασκέδαση, τα παιχνίδια έχουν πάντα έναν μεγάλο φόβο: την αντικατάσταση. Όταν ο Buzz Lightyear γίνει το καινούριο αγαπημένο παιχνίδι του μικρού Andy, ο Woody αισθάνεται παραμελημένος. Θέλοντας να επανέλθει στην παλιά του “θέση”, θα προκαλέσει ένα ατύχημα, βάζοντας τα παιχνίδια σε περιπέτειες.


Σε μια δεκαετία όπου η Disney έχει να επιδείξει εξαιρετικές ταινίες κινουμένων σχεδίων (Beauty and the Beast, Aladdin, The Lion King, Pocahontas, The Hunchback of Notre Dame, Hercules, Mulan, Tarzan, Fantasia 2000), η Pixar έρχεται να ταράξει τα νερά με επαναστατικό τρισδιάστατο animation. Αυτό που κάνει όμως το Toy Story τόσο επιτυχημένο (εξαιρετική υποδοχή από κοινό και κριτικούς) δεν είναι μόνο η τεχνολογία του. Πρωτότυπη ιστορία, βάθος στους χαρακτήρες, ζωντανά χρώματα είναι μερικά μόνο απ' τα στοιχεία που έχει να επιδείξει το πόνημα της Pixar. Γεμάτο φαντασία και όμορφα μηνύματα, καταφέρνει να “αγγίξει” μικρούς και μεγάλους, όντας μια ζουμερή περιπέτεια, με ωραίο χιούμορ και έντονο σασπένς. Ένα αριστούργημα, που 15 χρόνια μετά, είναι το ίδιο φρέσκο και το ίδιο συναρπαστικό.

Toy Story 2 (1999)

Όταν ο Woody πέσει κατά λάθος στα χέρια ενός συλλέκτη παιχνιδιών, ο Buzz ξεκινάει με τα υπόλοιπα παιχνίδια μια αποστολή διάσωσης. “Φυλακισμένος” όμως ο Woody, θα γνωρίσει 3 καινούρια παιχνίδια που συμπληρώνουν μαζί μ' αυτόν ένα πανάκριβο και σπάνιο σετ. Φοβούμενος το μέλλον του, όταν ο Andy θα μεγαλώσει, αρχίζει να σκέφτεται ότι τελικά η πώλησή του σε μουσείο δεν είναι τόσο κακή ιδέα.


Λίγα sequels έχουν καταφέρει να σταθούν στο ύψος του προκατόχου τους, πόσο μάλλον να τον ξεπεράσουν. Το Toy Story 2 το καταφέρνει. Παίρνει όλα τα καλά στοιχεία της πρώτης ταινίας και τα βελτιώνει. Είναι ακόμα πιο ζωντανό, ακόμα πιο αστείο, ακόμα πιο τρυφερό. Συναρπαστικοί νέοι χαρακτήρες, μεγαλύτερη διάρκεια και βαθύτερα μηνύματα, είναι μια χορταστική περιπέτεια με εκπληκτικό animation που απευθύνεται και αγγίζει όλη την οικογένεια.

Οι ταινίες ξεχωριστά;

Εξαιρετικές, αν δεν υπήρχε το Finding Nemo (η καλύτερη animated ταινία ever δηλαδή), θα ήταν στην κορυφή της πλουσιότατης φιλμογραφίας της Pixar.

Σαν double-feature;

Παραπάνω από ιδανικός συνδυασμός, ποιος μπορεί να πει όχι σε σχεδόν 3 ώρες αναμνήσεων; Αστείες και τρυφερές όσο λίγες ταινίες κινουμένων σχεδίων, τα δύο Toy Story back-to-back φτιάχνουν μια απολαυστική κινηματογραφική βραδιά.

Read more...

War of the Reels #1: The Condemned (2007) vs The Tournament (2009)

>> Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010



Και οι δύο ταινίες εμπνέονται απ' την ιδέα του ιαπωνικού αριστουργήματος του Kinji Fukasaku, Battle Royale (2000), και ακολουθούν μια ομάδα ανθρώπων που συγκρούονται μεταξύ τους σε ένα μακάβριο “παιχνίδι”: προσπαθείς να σκοτώσεις όλους τους υπόλοιπους, και ο τελευταίος που μένει ζωντανός είναι ο νικητής. Καμία απ' τις δυο δεν φτάνει ούτε καν κοντά στην ποιότητα του BR. Ποια όμως είναι η καλύτερη; Θα το αναλύσω όσο μπορώ, παρακάτω.

Ιστορία

The Condemned: Ένας φιλόδοξος παραγωγός που θέλει να πιάσει την καλή, αποφασίζει να δημιουργήσει ένα ακραίο reality με στόχο να καταρρίψει όλα τα ρεκόρ τηλεθέασης, προβάλλοντας το όμως μέσω Internet. Σε ένα νησί το οποίο έχει εξοπλίσει με κάμερες, φέρνει 10 θανατοποινίτες και τους αφήνει ελεύθερους για 30 ώρες, με στόχο να σκοτώσουν ο ένας τον άλλον. Ο νικητής κερδίζει την ελευθερία του, και ένα ποσοστό των κερδών του show.

The Tournament: Μια εταιρεία οργανώνει κάθε εφτά χρόνια ένα θανατηφόρο τουρνουά: 30 πληρωμένοι δολοφόνοι αγωνίζονται, με τον καθένα απ' αυτούς να προσπαθεί να σκοτώσει όλους τους υπόλοιπους και να μείνει ως ο μοναδικός επιζών για να κερδίσει 10 εκατομμύρια δολάρια και τον τίτλο του “Καλύτερου φονιά στον Κόσμο”. Το τουρνουά παρακολουθούν επιλεγμένοι πλούσιοι μέσω των κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης της εταιρείας, που εκμεταλλεύεται όποια κάμερα υπάρχει σε κάθε σημείο της εκάστοτε πόλης, και φυσικά κατά τη διάρκειά του στοιχηματίζουν τεράστια ποσά σε κάθε παίχτη.

Φαινομενικά παρόμοιες ταινίες, και όντως η βασική υπόθεσή τους είναι ίδια. Παρακάμπτοντας το γεγονός ότι και τα δύο “δανείζονται” αυτήν την ιδέα από αλλού, η ιστορία του The Condemned λειτουργεί καλύτερα για έναν απλούστατο λόγο: η ιδέα ότι κάπου ένας τρελάρας πέταξε 10 θανατοποινίτες σε ένα νησί για να σκοτωθούν όσο τους βιντεοσκοπεί, είναι αρκετά ρεαλιστική. Απ' την άλλη, η ύπαρξη “αγώνων” θανάτου στους δρόμους μιας μεγαλούπολης με τον κόσμο να μην παίρνει χαμπάρι καμία φορά, είναι τραβηγμένη απ' τα μαλλιά και σίγουρα αυτό σε απωθεί ήδη απ' την αρχή. Νικητής του γύρου λοιπόν, The Condemned.

Σενάριο

Ως τυπικές ταινίες δράσης, καμία απ' τις δυο ταινίες δεν διεκδικεί δάφνες σεναρίου. Όμως μεταξύ τους, η διαφορά είναι χαοτική. Το The Condemned, παραδόξως ξεκινάει αξιοπρεπέστατα, με το πρώτο 1/3 του να είναι σφιχτό, γρήγορο και ρεαλιστικό. Στην πορεία αποφασίζει να ασχοληθεί με πολλά πράγματα όμως, προσπαθώντας να χωρέσει στην ~1 ώρα που απομένει τους παραγωγούς, τους παίχτες, την οικογένεια ενός παίχτη και την κυβέρνηση. Κάπου χάνει λίγο τον μπούσουλα, αλλά σίγουρα εκτιμάς ότι επιχείρησε να τοποθετήσει καλύτερα τους πρωταγωνιστές του, αντί να αφήσει απλά τη δράση να μιλήσει. Αντίθετα, το The Tournament σε βάζει κατ' ευθείαν στο ψητό, και επί 90 λεπτά τρέχει για να δώσει όσες περισσότερες σκηνές δράσης μπορεί. Το αποτέλεσμα έχει ΠΟΛΛΕΣ σεναριακές τρύπες, και μοιάζει πιο πολύ με ένα κολλάζ από σκηνές που δεν έχουν λογική συνέχεια. Επίσης, ενώ προσπαθεί να σε κάνει να συμπαθήσεις τουλάχιστον τρεις χαρακτήρες, αποτυγχάνει οικτρά και στο τέλος πραγματικά δεν νοιάζεσαι ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει, με τα κίνητρα των πρωταγωνιστών να είναι στις περισσότερες περιπτώσεις, άκρως αμφισβητήσιμα. Θετικούς πόντους μπορείς να δώσεις στο The Condemned και για την προσπάθειά του να δώσει ένα υποτυπώδες μήνυμα. Παρότι εντελώς άγαρμπο, το τελευταίο μέρος του είναι ένα εμφανές κατηγορώ προς το reality, τους παραγωγούς του και τους θεατές του. Το The Tournament πάει να κάνει κάτι παρόμοιο (αλλά μόνο για τους παραγωγούς), αλλά δεν πετυχαίνει ούτε αυτό. Νικητής και αυτού το γύρου (με διαφορά), το The Condemned.

Σκηνοθεσία/Φωτογραφία

Όπως και σε κανένα άλλο τομέα, ούτε κι εδώ διαπρέπει καμία απ' τις δυο ταινίες. Το The Comdemned είναι γενικά καλογυρισμένο, στις περισσότερες απ' τις σκηνές δράσης όμως χάνεσαι λίγο: η κάμερα κουνιέται υπερβολικά, ενώ για κάποιον παράξενο λόγο κάνει συνεχώς κοντινά πλάνα με αποτέλεσμα να μην καταλαβαίνεις κάπου τι βλέπεις (γενικό μειονέκτημα των σύγχρονων ταινιών δράσης δυστυχώς). Κατά τα άλλα όμως, στέκεται μια χαρά, και κάνει ωραίες εναλλαγές από τα monitors (αυτά που χρησιμοποιούν οι παραγωγοί για να παρακολουθούν το νησί) στο περιεχόμενό τους. Το The Tournament, γενικά δεν έχει προβλήματα στον τεχνικό τομέα, έχοντας μάλιστα 2-3 εξαιρετικά γυρισμένες σκηνές και κερδίζει με μικρή διαφορά το γύρο αυτό.

Ερμηνείες

Όταν συγκρίνεις μια ταινία του WWE με ταινία που παίζει ο Robert Carlyle, ξέρεις πάνω κάτω πια είναι ανώτερη ερμηνευτικά. Παραδόξως πάντως, το The Condemned έχει μια χαρά ερμηνείες, περίμενα πολύ χειρότερα πράγματα. Ο Steve “Stone Cold” Austin είναι πειστικότατος στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ τη παράσταση κλέβει φυσικά ο μεγάλος Vinnie Jones. Το The Tournament όμως πέρα από 1-2 εξαιρέσεις (την ατάλαντη Kelly Hu λόγου χάρη), είναι ερμηνευτικά σχεδόν άψογο: ο Robert Carlyle και ο Ving Rhames δίνουν με την ερμηνεία και μόνο, βάθος στους χάρτινους χαρακτήρες τους, ενώ ο Ian Somerhalder είναι ανατριχιαστικά εξαιρετικός στο ρόλο του παρανοϊκότερου δολοφόνου στο τουρνουά. Νικητής του γύρου, το The Tournament.

Νικητής...

...The Condemned. Μπορεί να φαίνεται μικρή η διαφορά των δύο ταινιών (αφού κερδίζουν από 2 γύρους η κάθε μια), αλλά δεν είναι. Το The Tournament είναι μια άψυχη ταινία δράσης, με κακογραμμένο σενάριο, αλλά με 2-3 καλογυρισμένες σκηνές που του προσδίδουν κάποιο στυλ. Το The Condemned όμως, ενώ δεν ξεχωρίζει ιδιαίτερα απ' τον action σωρό, είναι μια αξιοπρεπέστατη ταινία, που αν δεν έχεις πρόβλημα με τη υπερβολική βία του, θα σου κρατήσει καλή παρέα για κάτι λιγότερο από 2 ωρίτσες, χωρίς να τραβάς τα μαλλιά σου απ' τις σεναριακές “πατάτες”. Για ταινία του WWE, είναι μια ευχάριστη έκπληξη.

[Αν βαθμολογούσα τις ταινίες, θα έδινα 1,5/5 στο The Tournament και 2,5/5 στο The Condemned.]

Disclaimer: Το format του post είναι clopy-paste απ' το Reel Rumbles του FlickChart.com. Μου άρεσε η ιδέα και είπα να το κάνω κι εγώ. :P Kράξτε ελεύθερα, αλλά εγώ μια φορά credit έδωσα. :P

Read more...

Dawn of the Dead (2004)

>> Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Ελληνικός τίτλος: Το ξύπνημα των νεκρών

 

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Zack Snyder
Σενάριο: James Gunn (βασισμένο ελαφρά στη ομώνυμη ταινία του George A. Rοmero)
Παίζουν: Sarah Polley, Ving Rhames, Jake Weber, Michael Kelly

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Τρομο-δράση με ζόμπι
 



Μια ωραία πρωία στο Milwaukee (στο βορρά των ΗΠΑ) ξεσπάει από άγνωστα αίτια ένα είδος επιδημίας που μετατρέπει μέρος του πληθυσμού σε σαρκοβόρα ζόμπι. Έχοντας ήδη χάσει το σύζυγό της που δαγκώθηκε από ζόμπι, μια νεαρή νοσοκόμα θα εγκαταλείψει το σπίτι της για να σωθεί. Στο δρόμο θα συναντήσει κι άλλους επιζήσαντες και όλοι μαζί θα βρουν καταφύγιο σε ένα εγκαταλελειμμένο εμπορικό κέντρο. Όταν τα ζόμπι θα αρχίσουν να το πολιορκούν, θα επιχειρήσουν να βρουν τρόπο για να ξεφύγουν. 

 
Ας ξεκαθαρίσω αρχικά ότι δεν είμαι ιδιαίτερος fan του είδους, αν και θεωρώ το Shaun of the Dead μια απ' τις αγαπημένες μου ταινίες, και βρήκα το 28 Days Later εξαιρετικό. Επομένως έχω μικρή επαφή με τις κλασικές ζομποταινίες, και μηδενική με την τριλογία του George A. Rοmero, του δεύτερου μέρους της οποίας είναι remake το Dawn of the Dead του 2004. Οπότε προφανώς δεν μπορώ να κρίνω την προσπάθεια του Zack Snyder σαν επαναφορά ενός θρύλου, αλλά σαν άλλη μια ταινία που απλά τυχαίνει να αφορά zombies. Ως “ανίδεος” λοιπόν, μπορώ να πω ότι εντυπωσιάστηκα. Ο Zack Snyder στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, δείχνει γιατί το Hollywood του εμπιστεύτηκε αργότερα “μεγάλα” projects όπως το 300 και το Watchmen (τα οποία και προσωπικά αγαπάω). Το Dawn of the Dead είναι υπέροχα γυρισμένο, με καταπληκτικά πλάνα και εξαιρετική χρήση του slow motion αλλά και της -τυπικής βέβαια- μουσικής, για να δημιουργήσει μια εξαιρετική ατμόσφαιρα. Σίγουρα δεν θα φοβηθείς, αλλά θα μπεις αρκετά στο πετσί των χαρακτήρων ώστε να νιώθεις μια ταχυπαλμία σε έντονες σκηνές δράσης και να φωνάζεις στην τηλεόραση/οθόνη σου. Σεναριακά το Dawn of the Dead είναι αρκετά σφιχτό, πάντα με τις κλασικές ηλίθιες αποφάσεις κάποιων μελών της ομάδας (όπως κάθε ταινία τρόμου που ...σέβεται των εαυτό της :P ) χωρίς να είναι όμως κάτι συγκλονιστικό, ενώ χωρίς να είναι απογοητευτικό, δεν εντυπωσιάζει ούτε στον ερμηνευτικό τομέα. Ό,τι χάνει όμως εκεί, το ξεπληρώνει με χορταστική δράση, ωραίες καινοτομίες (βλ. ζόμπι να τρέχουν σαν κανονικοί άνθρωποι) και ελαφρά κωμικά στοιχεία.

Γενικά, μπορεί να μην έχει ερμηνείες ή διαλόγους οσκαρικού επιπέδου, αλλά η στυλιζαρισμένη δράση και η εξαιρετική του ατμόσφαιρα θα σε αποζημιώσουν με το παραπάνω. Αν αντέχεις το αίμα και το πετσόκομμα, θα περάσεις εξαιρετικά.

Read more...

Prince of Persia: The Sands of Time (2010)

>> Κυριακή, 23 Μαΐου 2010



Συντελεστές


Σκηνοθεσία: Mike Newell
Σενάριο: Boaz Yakin, Doug Miro, Carlo Bernard (απ' την ιστορία του Jordan Mechner)
Παίζουν: Jake Gyllenhaal, Gemma Arterton, Ben Kingsley, Alfred Molina, Richard Coyle

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Περιπέτεια/δράση εποχής, φαντασία




Στην αχανή αυτοκρατορία της Περσίας, βασιλεύει ένας δίκαιος άντρας, με τον αδερφό του και τους τρεις γιους του. Μετά από μια επιτυχημένη επιδρομή σε μια πόλη που φέρεται να αθέτησε τις συμφωνίες με το παλάτι, ο νεαρότερος απ' τους πρίγκιπες θα βρεθεί με ένα μυστηριώδες μαχαίρι στην κατοχή του. Όταν κατηγορηθεί για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε, αναγκάζεται να κρυφτεί απ' το βασιλιά με τη βοήθεια μια όμορφης πριγκίπισσας, και ανακαλύπτει τυχαία ότι το μαχαίρι έχει την ιδιότητα να γυρίζει τον κάτοχό του πίσω στο χρόνο. Αποφασισμένος να ξεδιαλύνει το μυστήριο της ενοχοποίησης του και να σώσει το βασίλειο από έναν επικείμενο κίνδυνο, θα ξεκινήσει έναν αγώνα δρόμου, συναντώντας στην πορεία του επικίνδυνους αντιπάλους αλλά και έμπιστους συνεργάτες.


Τι περιμένεις από ένα καλοκαιρινό blockbuster; Διασκέδαση. Πέρσι τέτοιον καιρό, έβγαινα απ' το Star Trek ενθουσιασμένος, έχοντας περάσει ένα εξαιρετικό δίωρο. Για το Prince of Persia είχα σαφώς χαμηλότερες προσδοκίες για τους εξής λόγους: η συγγραφική ομάδα και ο σκηνοθέτης έχουν κακό ιστορικό, η παρουσία του ονόματος του Jerry Bruckheimer είναι ισοδύναμη με μπόλικα εφέ και λίγη ουσία (πέρα λίγων εξαιρέσεων) και η ιστορία έχει δείξει ότι, κατά τη μεταφορά τους στη μεγάλη οθόνη, τα videogames πετσοκόβονται. Φυσικά η ιστορία, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν έχει καμία σχέση μ' αυτήν του αντίστοιχου παιχνιδιού, αλλά δεν είναι εκεί το πρόβλημά μας. Για άλλη μια φορά έχουμε την πολυφορεμένη φόρμουλα ενός ζευγαριού, με τη γυναίκα να πιστεύει στο πεπρωμένο και τον άντρα να την καλεί να φτιάξει μόνη της τη μοίρα της. Στην πορεία κάποια οικογενειακή προδοσία, ο ήρωας θα κυνηγηθεί ως ένοχος για κάτι που δεν έχει κάνει κτλ κτλ, διανθισμένα φυσικά με διαλόγους που βρίθουν από υπονοούμενα. Επίσης, η ταινία είναι φανερό ότι υποφέρει στον τομέα του μοντάζ, καθώς είναι δύσκολο να μην προσέξεις τα “χοντρά” κοψίματα. Όσο γκρινιάρης κι αν είμαι όμως, το αποτέλεσμα αν και προβλέψιμο, δεν παύει να είναι και ευχάριστο. Φρέσκο σκηνικό, γρήγορη δράση, ωραιότατα εφέ (αν και μερικές σκηνές προς το τέλος είναι αρκετά βαρυφορτωμένες) και ένας Alfred Molina που σβήνει όλους τους υπόλοιπους όταν βρίσκεται στην οθόνη, προσφέροντας άφθονο γέλιο. Ερμηνευτικά, εξαιρετικός ο Richard Coyle, με τους υπόλοιπους (και ειδικά τους πρωταγωνιστές Jake Gyllenhaal και Gemma Arterton) να μην εντυπωσιάζουν, χωρίς να είναι βέβαια ούτε και κακοί.

Εν τέλει, το Prince of Persia φιλοδοξεί να γίνει το νέο Pirates of the Carribbean. Σίγουρα το Curse of the Black Pearl είναι έτη φωτός ανώτερο απ' το Sands of Time, και το μέλλον του franchise δείχνει μάλλον δυσοίωνο, αλλά αν δοθεί η απαραίτητη προσοχή και αναλάβουν κάποιοι ωριμότεροι άνθρωποι το επόμενο Prince of Persia, μπορεί να βελτιωθεί κατά πολύ απ' το απλά καλό πρώτο μέρος. Είναι αρκετά διασκεδαστικό, αλλά αφήνει την αίσθηση ενός καθήκοντος που έπρεπε να διεκπεραιωθεί, χωρίς μεράκι και αγάπη απ' τους συντελεστές.


Read more...

Robin Hood (2010)

>> Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Ridley Scott
Σενάριο: Brian Helgeland
Παίζουν: Russell Crowe, Cate Blanchett, William Hurt, Mark Strong, Oscar Isaac, Danny Huston

Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Πολεμική Περιπέτεια-Δράση Εποχής





Ο Sir Ridley Scott νομίζω δεν χρειάζεται συστάσεις. Πέρα απ' τα αριστουργήματα Alien και Blade Runner όμως, οι περισσότερες ταινίες της φιλμογραφίας του, διχάζουν κοινό και κριτικούς. Σ' αυτήν την κατηγορία ανήκε και το Kingdom of Heaven του 2005, που πήρε χλιαρές προς κακές κριτικές και δεν απέδωσε τόσα χρήματα όσο θα περίμεναν οι παραγωγοί του μετά την επιτυχία άλλων epic war movies όπως το Troy το 2004. Προσωπικά, λατρεύω το είδος: μάχες επικών διαστάσεων, μονομαχίες με σπαθιά και τόξα, πολιορκίες, όμορφα μακρινά πλάνα με πεδιάδες/ερήμους/ποτάμια/θάλασσες και τεράστιους στρατούς να συγκρούονται. Αγαπάω πολέμους, είτε στην Αρχαία Ελλάδα είτε στο Μεσαίωνα είτε οπουδήποτε αλλού, πώς να το κάνουμε. :P Επομένως ανήκω στην κατηγορία που αγάπησε το Kingdom of Heaven και έχει στη βιβλιοθήκη του το Director's Cut των -πλουσιότατων- 4 dvd. Ευτυχώς το αγαπάει εξίσου και ο Sir Ridley Scott, οπότε αποφάσισε να γυρίσει άλλο ένο μεσαιωνικό epic!


Αν το μόνο που γνωρίζεις για το Robin Hood του 2010 είναι ο τίτλος, η εύλογη απορία σου θα είναι: “τι σχέση έχει ο παλιός καλός Ρομπέν των Δασών με επικές μάχες και πολιορκίες μωρέ; δεν είναι εκείνος ο παράνομος που κρυβόταν στο δάσος με τους φίλους του και έκλεβε απ' το βασιλιά για να δίνει στους φτωχούς;”. Ναι, αυτός είναι. Αλλά το Robin Hood του 2010 έρχεται για να μας δείξει πώς ο Robin Longstride, κατέληξε να γίνει ο παράνομος Robin Hood. Είναι δηλαδή ένα “Robin Hood Begins”. Ο Robin Longstride είναι ένας Άγγλος τοξότης που συμμετείχε στην 3η Σταυροφορία με τον Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο. Στην επιστροφή από τους Αγίους Τόπους, ο αγγλικός στρατός λεηλατεί τη γαλλική γη και κατά τη διάρκεια μια πολιορκίας, ο Ριχάρδος σκοτώνεται. Από μια περίεργη στροφή της μοίρας, ο Robin και οι σύντροφοί του, θα βρεθούν με το βασιλικό στέμμα στα χέρια τους, εισιτήριο για την πατρίδα. Πίσω στο Λονδίνο πια, ο αδερφός του Ριχάρδου, ο Ιωάννης στέφεται βασιλιάς και επιβάλλει στον ήδη βασανισμένο λαό, σκληρή φορολογία. Ο Robin επιστρέφει στο Nottingham για να εκπληρώσει μια υπόσχεση, και θα βρεθεί στο μέσο μιας εξέργεσης των βαρόνων του Βορρά εναντίον του βασιλιά, αλλά και μιας μυστικής εισβολής των Γάλλων μετά την προδοσία ενός Άγγλου αξιωματικού.


Αν λάβουμε υπ' όψιν ότι ο Robin Hood είναι θρυλικό πρόσωπο, η ταινία έχει απροσδόκητη ιστορική ακρίβεια και δένει όμορφα την ιστορία με το μύθο, χωρίς να παίρνει πολλές ελευθερίες. Το βασικό της πρόβλημα είναι ότι θέλει να ασχοληθεί με πολλά πράγματα: με τον αντίκτυπο μιας αιματοβαμμένης σταυροφορίας στους απλούς στρατιώτες αλλά και στο κράτος της Αγγλίας, με την εξέργεση του Αγγλικού πληθυσμού απέναντι στον Ιωάννη, με την Magna Carta, με τη γαλλική εισβολή και φυσικά με την έλευση του Robin Hood στο Nottingham και το ειδύλιο με την Marion. Και μπορεί όλα αυτά να απλώνονται με μαεστρία σε κάτι παραπάνω από 2 ώρες, αλλά είναι εμφανές απ' την αρχή ότι δεν έχει μια σαφή κατεύθυνση. Παρ' όλα αυτά, όπως περιμένουμε απ' τον Ridley Scott, είναι τεχνικά άψογη, με φανταστική φωτογραφία και εξαιρετική σκηνοθεσία των μαχών, δίνοντας πάντα την αναμενόμενη επικής κλίμακας ατμόσφαιρα. Δυνατές ερμηνείες απ' το cast (με πρωτεργάτη τον πάντα άψογο Russell Crowe, και εξαιρετικούς Mark Strong, William Hurt και Oscar Isaac), γρήγορη δράση και πολύ καλό δέσιμο της ιστορίας με τη ζωή του Robin Hood ως παράνομου, συμπληρώνουν ένα γεμάτο, χορταστικό πακέτο μεσαιωνικής περιπέτειας.


Κύριο μειονέκτημα του Robin Hood, είναι ότι μοιάζει υπερβολικά με τα προηγούμενα epics του Ridley Scott, το Gladiator και το Kingdom of Heaven. Φυσικά, οι fans του είδους -και ειδκά αυτών των δύο- θα περάσουν πολύ καλά, καθώς έχει όλα τα στοιχεία που φτιάχνουν μια καλή περιπέτεια δράσης με ξίφη, τόξα και ιππότες. Οι υπόλοιποι, αμφιβάλλω αν θα γίνουν οπαδοί του genre, αλλά πιστεύω ότι είναι αρκετά εύπεπτο ώστε να το ευχαριστηθούν.

Read more...

Kick-Ass (2010)

>> Κυριακή, 9 Μαΐου 2010



Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Matthew Vaughn
Σενάριο: Matthew Vaughn, Jane Goldman (απ' το comic του Mark Millar)
Παίζουν: Aaron Johnson, Chloe Moretz, Nic Cage, Mark Strong, Christopher Mintz-Plasse
Περισσότερα στο IMDB και στο Rotten Tomatoes.

Είδος

Περιπέτεια, δράση, κωμωδία και (wannabe-)superheroes




Ένας έφηβος αποφασίζει να κάνει αυτό που δεν έχει σκεφτεί κανένας μέχρι εκείνη τη στιγμή: να βάλει μια στολή και να βγει στους δρόμους ως υπερ-ήρωας πολεμώντας το έγκλημα. Η πρώτη του απόπειρα μπορεί να είναι απογοητευτική αλλά δεν το βάζει κάτω, και εν τέλει ένα βιντεάκι στο οποίο σώζει ένα τύπο από επίθεση συμμορίας, καταλήγει στο YouTube, μετατρέποντας τον στο μεγαλύτερο φαινόμενο των ημερών και φέρνοντας στο προσκήνιο και μιμητές. Η πρώτη του σοβαρή αποστολή, δεν είναι μακριά...


Είχα γράψει εδώ, ότι με δεδομένο πόσο μου άρεσε το comic του Mark Millar, ανέμενα με ανυπομονησία και την μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη. Απογοητεύτηκα; Ούτε στο ελάχιστο! Ο Matthew Vaughn έχει κάνει εξαιρετική δουλειά στη μεταφορά της ατμόσφαιρας, χωρίς να χάνει ευκαιρία και για “κλεισίματα του ματιού” στους fans των comics, με αποκορύφωμα μια εξαιρετική σκηνή που βάζει έναν χαρακτήρα του να διαβάζει ένα comic και την κάμερα να “βουτάει” στις σελίδες. Φοβερή δουλειά έχει κάνει και στις εναλλαγές των σκηνών μεταξύ τους, όπως μας είχε συνηθίσει και απ' τις προηγούμενες δουλειές του. Αλλά ας μπούμε λίγο στο ψητό. Κάποιοι απ' τους αγαπητούς αμερικάνους (και όχι μόνο) κριτικούς που έχουν στην πλάτη τους 50+ χρόνια, δεν πήραν χαμπάρι τι είδαν:
~ Είδαν παρωδία. Ένα κωμικό take στο είδος των superhero movies είναι απαραίτητα παρωδία; ΟΧΙ! Φυσικά και κοροϊδεύει σε αρκετά σημεία διάφορες τάσεις του είδους, αλλά τελικά δεν είναι αυτός ο κύριος σκοπός του. Περνάει ισχυρά μηνύματα, από την αυτοπεποίθηση που χρειάζεται ο καθένας ειδικά στη σημερινή εποχή, μέχρι την “υποχρέωση” να βοηθάς τον συνάνθρωπο που βρίσκεται σε ανάγκη. Χαρακτηριστικό σημείο, η εναλλακτική προσέγγιση του “with great power comes great responsibility” του Peter Parker. Αρνείται να δεχτεί ότι “with no power comes no responsibility”, και βάζει τον ήρωά του να ρισκάρει την προσωπική του ασφάλεια για κάποιον άλλο, απλά και μόνο γιατί ξέρει ότι μπορεί να κάνει κάτι.
~ Μιας και μίλησα για μηνύματα, είδαν υπερβολική βια και βωμολοχία από ένα ανήλικο κορίτσι. Τόσο πουριτανοί έχουμε καταντήσει; Αν μπορούσες να προσάψεις κάτι στο comic ήταν ότι σε κανένα σημείο (ίσως πλην του τέλους) δεν έδειχνε τη μικρή να νιώθει τον αντίκτυπο της δολοφονίας. Εδώ όμως, αν και ξεκινάει έτσι, καταλήγει σε μια συγκινητική τελική σκηνή μεταξύ του Kick-Ass και της Hit-Girl που αν δεν ερμηνεύεται ως καταδίκη της βιας και της εκδίκησης, μάλλον εγώ βλέπω ό,τι θέλω.
Τι είδα εγώ; Μια εξαιρετική ταινία, που ισορροπεί μεταξύ μιας coming-of-age κωμωδίας και μιας ταινίας δράσης του John Woo. Ευφυές χιούμορ με συνεχείς αναφορές σε ταινίες και comics, εντυπωσιακές χορογραφίες στις σκηνές δράσης, και φανταστικές ερμηνείες απ' το cast (highlight η μικρή Chloe Moretz που ούτως ή άλλως είχαμε λατρέψει στο 500 Days of Summer). Χορταστική και απολαυστική απ' την αρχή μέχρι το τέλος. Δυστυχώς, ο κόσμος δεν την δέχτηκε όπως της άξιζε (χαρακτηριστικά όταν την είδα εγώ στην αίθουσα ήμαστε 4 άτομα!) και φταίει γι' αυτό σε μεγάλο βαθμό το κακό marketing, που την παρουσίαζε σαν απλή κωμωδία/παρωδία. Κρίμα, αλλά ελπίζω σε καλές πωλήσεις στο dvd, ώστε να έχουμε σε μερικά χρόνια το sequel που teasάρει και το comic αλλά και η τελική σκηνή της ταινίας.

Read more...

  © Blogger templates Inspiration by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP